Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

In the children's room

I’ve got a doll
that wakes me up at night
and holds her eyes still in day.

She reaches for a sea wall
in a room of blue and white,
even when the puppets say “she’s just a doll.”

But when the rainfall
gives me a fright
she says “Don’t worry; I will make your day!”

I get up, I grab my ball,
start looking for the knight,
a husband for my doll.

And then the cat meows to call
my mum.  She comes flying on a kite
and sings: “let’s waste another day!”

“No, mum, I know for good you’re gone,
but now, it’s alright
I’ve got a lover for my doll
and games to spend my day.”  

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

                  
               Στο δεντρο που στεκει μονο του στο πουθενα και  
στα ταξιδια μας, που μολις αρχισαν...

Ειναι κατι μερες τωρα, που το σωμα αποφασιζει να παει περιπατο, δεν ακολουθει, απο την κουραση δεν υπακουει σε καμια εντολη του εγκεφαλου. Χανομαι μεσα σε χαρτια, ο υπολογιστης δουλευει ασταματητα, ψαχνω, διαβαζω, και μετα τα παραταω και ζηταω λιγη επικοινωνια, να νιωσω οτι μπορω να μιλησω, εκτος απο το να γραφω. Επειτα τιποτα, μονο μουσικη, σβηνω τα φωτα και τυλιγομαι σαν εμβρυο στο πατωμα και τραγουδαω. Ξανα ανοιχτα τα φωτα, το μπανιο εχει ενα εκνευριστικο ανεμιστηρακι και παντα το ξεχναω ανοιχτο, κ ολο βριζω που το ακουω, αλλα βαριεμαι να παω να το κλεισω. Κι ετσι ακουω συνεχεια εναν ανοητο ηχο μεσα στο κεφαλι μου. Μετα βιβλια, ολα σε γλωσσα που νομιζω οτι ξερω, μα τελικα πολλες φορες νομιζω οτι δεν ξερω, διαβαζω, ξανα και ξανα. Και δεν ξερω που να αφοσιωθω, τι να θαυμασω περισσοτερο. Την δυναμη που εχει μια αλλη γλωσσα να εκφραζει με τοσο διαφορετικο τροπο νοηματα που ηχουν ξεκαθαρα μεσα στην ψυχοσυνθεση μας; Την ικανοτητα μας να κατανοουμε αλλες γλωσσες; Την σοφια των κειμενων που διαβαζω;
 Κι ετσι η μια σκεψη διαδεχεται την αλλη, κι εκει που κραταω το μολυβι με τα δοντια και ξυνω το κεφαλι μου, χανεται το βλεμμα μου στην καφε μοκετα του τοιχου που λειτουργει σαν πινακας ανακοινωσεων (ασχημη μοκετα, πρεπει να με πιστεψετε). Χανεται, κι απο τις εργασιες για την ψυχοσυνθεση του Καφκα, και την καθοριστικη σημασια του χρονου στα εργα της Γουλφ, μενω να σκεφτομαι οτι τρεις μηνες μακρια απο ολους, ηταν το καλυτερο δωρο που θα μπορουσα να κανω στον εαυτο μου.
 Η αποφαση να αποχωριστω καθετι οικειο, με πεταξε στο κενο και με αναγκασε να διαμορφωθω ξανα. Να δω τι φτανει και τι οχι. Τι με οριζει, τι με υποχρεωνει να ειμαι οπως ειμαι, τι θελω, τι απαιτω, και τι δεν θα παραχωρησω ξανα. Η αποτομη απομονωση, η επιλογη να μενεις παρατηρητης των ανθρωπων, συνειδητα ή ασυνειδητα, σε καθοριζει σαν ανθρωπο. Μαθαινεις να επιλεγεις, αποφασιζεις τι θα ζησεις και πώς. Κι ειναι σημαντικο, γιατι αποφευγεις τις εκπτωσεις. Μηνυματα μεσα στη νυχτα, ελεγαν να μην τιμωρω τον εαυτο μου, να μην τον υποτιμω, να μην τον κουραζω. Κι ειναι αστειο, ποση αληθεια κρυβοταν πισω απο αυτα, και ποσο καλοδεχουμενη και βασανιστικη, ειναι ακριβως αυτη η αληθεια.
 Κι ετσι προηγηθηκαν και ακολουθησαν γνωριμιες απο την αρχη, με ανθρωπους που πιθανοτατα δεν θα δω ποτε ξανα, ματια που προσφεραν πάρα πολλα, και αλλα που δεν ειχαν καμια σημασια για μενα, κουβεντες που ειπωθηκαν απλα για να γεμισουν τα κενα, και αλλες στιγμες σιωπης, που γεμισαν το μυαλο μου με τοση μουσικη που ξεχειλιζε αναγκαστικα απο μεσα μου.
 Σημασια δεν εχει το ταξιδι, ουτε η επιστροφη, ουτε η Ιθακη, ουτε ποιους θα συναντησεις πριν, μετα ή κατα τη διαρκεια. Καθενας μπορει συνειδητα ή μη να προσφερει και να αποκομισει κατι. Οποιος κι αν ειναι, οπου κι αν βρισκεται. Σημασια, εχει πώς απορροφησες και πως εκφραζεις στο υπολοιπο της καθημερινοτητας, οσα ανταλλαχθηκαν.
 Καταφερα διαφορα σ'αυτην την φυγη, να βαζω τον εαυτο μου για υπνο μοναχη μου, ψιθυριζοντας του γλυκολογα, να μεθαω τοσο που να παραμιλαω στα αγγλικα, ή να αγκαλιαζω ανθρωπους που ποτε δεν θα γνωριζα αν δεν ηταν ετσι η κατασταση. Καταφερα να νιωσω μικρη, πολυ μικρη μπροστα στη σοφια ανθρωπων νεοτερων απο μενα, να γνωρισω προσωπικοτητες βγαλμενες απο τα πιο σουρεαλ εργα τεχνης ή καλυτερα απο φαντασιωσεις τελειωμενων ψυχοπαθων, καταφερα να χαζευω τον ουρανο ξαπλωμενη πανω σε φυλλα καφεκοκκινα, γελωντας υστερικα απο ανακουφιση κι ελευθερια. Καταφερα τελος, να πω οτι ειμαι εγω, και να αποκτησω δυναμεις για να απομακρυνθω απο πραγματα που τελειωσαν. Α ναι, και να δω, πώς καμια φορα, τα πραγματα ειναι τοσο απλα που δολοφονουν την νοημοσυνη. Απο την μερα που πατησα το ποδι μου σ'αυτον τον τοπο, τριγυριζει μια φραση στο μυαλο μου, απο ενα παιδικο βιβλιο που διαβαζα παλια... "Να αγαπας τον ανθρωπο. Ο ανθρωπος εισαι εσυ."
 Κι αφου εγω ειμαι απο μονη μου περιπου τεσσερις διαφορετικοι ανθρωποι, κι αφου γνωρισα και δεν γνωρισα ανθρωπους που δεν θα ξαναδω ποτε, κατεληξα πως συμφωνω απολυτα με το ρητο. Και θα επρεπε, εγω τωρα, θα επρεπε να ειμαι εξω, να γινομαι συναισθηματικη, να δακρυζω για τον αποχωρισμο, να αγχωνομαι για την επιστροφη. Αλλα τελικα, πηρα εκεινα που επρεπε, η ισορροπια διατηρειται καλα προστατευμενη μεσα μου, για την ακριβεια την διατηρω και την προστατευω εγω. Καιρος να επιστρεφω στον τοπο "που εζησα την φυγη", γνωριζοντας πολυ, παρα πολυ καλα, πως αυτο, ηταν μονο η αρχη.


Φωτογραφια: Αννα

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Λευκό...


Άσ΄τους να λένε, και τους κρυφούς και τους σκοτεινούς... Γιατι πώς να το αλλάξεις τέτοιο λευκό τοπίο; Ακόμα και το δέντρο μου εκείνο, κι ας μην το πλησίασα ποτέ, αποφάσισε να μην ξεγυμωθεί τελείως. Επιμένει. Και πώς να ta αλλάξεις όλα αυτά, όταν τα μάτια γεμίζουν ησυχία; Ασε μας εδώ σου λέω, καλά είναι τώρα...

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Σεμπάστιαν

    Β.Γ.

Ένας Σεμπάστιαν χόρευε στα κόκαλα μου
Ξέσκιζε τις σάρκες μου
Όπως εκείνη.
Πόρτα αυτοκινήτου. Άνοιξε
Και χύθηκε από μέσα της το αίμα
Κι η σιωπή μου.
Πόδια στεγνά
Μάτια χαμένα, εσύ ποτέ

Πουθενά.
Μόνο τα χνάρια του κρεβατιού
Θλίβονται από τις κραυγές σου
Και κλείνουν υπομονετικά
Τα αυτιά τους.
Ώσπου να ησυχάσεις.
Αν, ποτέ.

Κι εγώ,
Έμεινα ξωπίσω σου
Προσδοκώντας  να διαγράψω,
Με μια πίντα μαύρη
Που ποτέ δεν θα τελειώσω.
Μόνο, προσωρινά
Το δέρμα μου θα κόβω
Με τα λευκά τα χνώτα μου
Διεκδικώντας την φυγή μου.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Αμστερνταμ

 
  Εγω δεν θυμαμαι τιποτα.
  Μονο τους κοκκινους κυκνους μεσα στο ποταμι, να τρεφονται με τις αυταπατες μου και κιτρινα φυλλα απο το φθινοπωρο. Και παρακατω πεινασμενα ματια για σεξ και αυτοταπεινωση. Τοση ορεξη δεν εχω ξαναδει ποτε σε βλεμμα. Κι εγω να τριγυρναω αναμεσα, και να μην ειμαι σιγουρη τι αποζητουσαν οι αηδιες που μου ζητουσαν να με παρουν στο κρεβατι τους, τη στιγμη που αλλοι κυκνοι πισω απο τα τζαμια τους εταζαν καλυτερες υπηρεσιες, με καλυτερο κορμι, και σαφως πιο προσεγμενο μουνι απο μενα. Και τι να πεις λοιπον; Τιποτα. Ο δρομος αυτος σε κανει να νιωθεις πιο μονος και απελπισμενος απο ποτε, η σιωπη ή το χορτο ειναι ο μονος τροπος για να αντιμετωπιστει η μιζερια. Και η παρανοια. Ή μηπως αυτο δεν ειναι παρανοια, αλλα η απλη πραγματικοτητα που οι αλλοι απλα κλειδωνουν πισω απο πορτες;
  Μασκες και ταμπελες, τιποτα παραπανω. Αυταπατες και κοροιδια.
  Εστριβες στη γωνια, κ μολις περνουσες τους πιο θλιμμενους κυκνους, β' διαλογης, εμπαινες μεσα σε εναν ξενωνα.Υποτιθεται εκει θα εβρισκες τη σωτηρια διαβαζοντας και αναλυοντας τη βιβλο, και μιλωντας για τον θεο τους που στα πλακακια της αντιπροσωπειας του κοιμοταν μια γατα, και τα πρωινα τριβοταν αδιαφορα στην καρεκλα σου, μα ποτε στα ποδια.
  Κι ενα τσουρμο βλαμμενους ανθρωπους γυρω μου, συνοδεια στο ταξιδι, πιο χαμενους απο μενα. Αν ηταν εξι μαζι μου, οι τεσσερις ειχαν βαλει στοιχημα με την αδιαφορια ποιος ειναι πιο βαρετος. Την κερδιζαν και οι τεσσερις. Τουλαχιστον, οι αλλοι δυο, με επαιρναν αγκαλια με το στομα τους και ησυχαζα λιγακι.
Δεν θυμαμαι πολλα αλλα, ισως και να μην προλαβα να καταλαβω περισσοτερα.
Για την ακριβεια, δεν θυμαμαι τιποτα. ποτε δεν θυμαμαι τιποτα. Απλα καταλαβαινω. Και μετα σωπαινω, ως την επομενη περιεργη ματια, στην οποια θα αντιδρασω χαμογελωντας αμηχανα.
Κατα τα αλλα οχι, νομιζω πως δεν θυμαμαι τιποτα.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Των χρωματων...

Να φτιαξουμε ενα ουρανιο τοξο μες στη νυχτα και να το κεντησουμε με κλωστη "εζησα", κλωστη "ζω" και κλωστη "θα ζησω". Μετα να το πεταξουμε στον ουρανο ελευθερο να παγωσει απο το κρυο, να σπασει και να χυθει μεσα στα φυλλα...

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Ανατολικό Ι

Στο κοινόβιο αυτό
Ξοδεύεται ένας άντρας
Δειλός και μεθυσμένος
Από χάπια, αλκοόλ
Και λύπηση

Παλεύει ολημερίς να βρει
Εκείνη την Γοργόνα
Που φυλά το όπιο 
Θρηνώντας ίσως
Κάποιον βιασμό.

Φτωχέ Aδερφέ
μετοίκησες στην κόλαση
Κι ακόμα δεν κατάλαβες
Πως την ζωή σου πούλησες
Σ’ εκείνο το παζάρι.


Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Θα μας πάρει μαζί του ο ποταμός με 'κείνα τα δάκρυα που ξοδεύτηκαν...

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Το  δέντρο που ξαποσταίνουν οι ανάσες...

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Το ζύγι

Όταν θα ίπταμαι
Θα μ’ άρεσε να σκέφτεστε
Πως έτρεμα τα ύψη
Κάθε φορά που έβλεπα
Κείνη τη στάχτη του ουρανού
Να αναθεωρεί
Κάθε μοναχική σκέψη
Που τόλμησα να κάνω
Στην ηδυπαθή ζωή μου.

Κι αν από λάθος
Βρεθώ σε χρώμα πέτρινο
Μια νύχτα από κείνες
Παρακαλώ μη λησμονήσετε
Πως ξόδεψα  ζωή
Χωρίς να λογαριάσω τα όνειρα
Που έχασα στο ζύγι.


Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ομπρελες με ευχες χαραγμενες, κεντημενες με σταγονες της βροχης που ακομα δεν την αγγιξαν, πεφταστερια, ανασες, υφασματα αερινα, κοκκινα φωτα, βιβλια, λεξεις, υποσχεσεις, ευχες κι ελπιδες κι αεροπλανα, αεροστατα, αλκοολ και καπνος να θυμιζει κατι απο το πριν, να στολιζει με πεθυμια το πριν και το τωρα. Τα αρωματα, εκεινα τα αρωματα που ποτε δεν ξεχνας, και τα βλεμματα, τα χιλιοφιλημενα ματια, η αγκαλια εκεινη μα κι ακομα μια, ισως μια τριτη, που νομιζεις πως τις θες μα τελικα ολα ειναι ψευδαισθηση, εκτος απο εκεινη την αναγκη την απολυτη. Εκεινο το κουτι το μαγικο, παρατημενο πισω, να θαψει ολα οσα εφυγαν και περασαν, τα στορια μισοκλειστα και το σκοταδι να γεννιεται απο τα κορμια ενω το φως απο τα ματια. Μονολογοι ατελειωτοι, λογια ξεχασμενα, αγαπες νεκρες, ερωτες ξοφλημενοι απ' τον καιρο, χαδια αλλιωτικα, ανθρωποι στην αναμονη και στη συνηθεια, στην επιστροφη.
Στοπ.
Τα σκυλια σταματησαν να κυνηγανε τον ενα και μονο λαθρεπιβατη του μυαλου μου, το χωμα νοτισμενο, αρωμα φυστικιας, χρωμα μωβ-πορτοκαλι.
Στοπ ξανα.
Επομενη σταση αγνωστη, παρακαλω κατεβειτε, μελλον αδιορατο, καρδια ασταματητη, κεφαλι που εκρηγνυται, χερια που τρεμουν, δακρυα πνιγμενα βαθια μεσα στα ματια, λογια λιγοτερα, το παραλληρημα λαμβανει τελος, η Ζωη περιμενει στη γωνια τη Μυρτω να την αποχαιρετησει, ωρα για αλλου αδερφια, αφηστε τα χερια.
Στοπ.
Η γραφη λυτρωνει, τα ονειρα ξοδευονται, οι φλεβες κομματιαζονται απο πεφταστερια, μια λιμνη καπου περιμενει -δεν ξερει τι- κι ενας ωκεανος ατενιζει τη λιμνη.
Οταν γυρισω θα φερω μαζι μου θησαυρο, θα βρισκεται τυχαια στα απωλεσθεντα.
Παρακαλω, οποιος τον βρει ας μην τον κρατησει.
Στοπ.
Παω τωρα να φυγω, ειναι ωρα πια.

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Τα ξεφορτώθηκα όλα. Ίσως όχι όλα, ας μην υπερβάλλω. Σίγουρα πάντως τα περισσότερα. Όταν αλλάζουν τα σημεία αναφοράς, πρέπει να μπορείς να μεταβάλλεσαι. Όταν αποβάλλεις τον πανικό πρέπει να καταφέρνεις να ζεις με λιγότερη αδρεναλίνη, να αποδέχεσαι τα μέλη του σώματος σου που κινούνται κανονικά πλέον,  όταν ξυπνάς να μην ζεις όλη μέρα με την ανάμνηση του ονείρου.

Με τα πράγματα που αποζητάς να ξαποστείλεις μακριά σου, συνήθως πετάς και  εκείνα τα αγαπημένα, τα σκονισμένα που τα φύλαγες για χρόνια. Το θέμα με αυτές τις λατρεμένες παλιατσαρίες, είναι η απόφαση να τα ρίξεις στη σακούλα σκουπιδιών. Ύστερα όλα φαντάζουν λιγάκι πιο εύκολα.

Εμένα δεν με έδιωξα ακόμα, αν και προσπάθησα. Είμαι πολλές και δεν τα καταφέρνω. Φταίει που κάποιες φορές γίνομαι δειλή.

Τελικά οι δρόμοι είναι εδώ, όλοι, αρκεί να αποφασίσεις να τους περπατήσεις.

Γελάω ακόμα μαζί μου, πολλές φορές με λυπάμαι και με θεωρώ ακατανόητη, αλλά αυτό δεν έχει πολλή σημασία, έτσι; Οι καταθλιπτικές μου τάσεις και τα παιχνίδια με την καταστροφή είναι συνηθισμένα, αλλά διάολε, τουλάχιστον ξέρω να τρέχω στην κατηφόρα και να μη με νοιάζει αν θα πέσω. Μου φτάνει που κοιτάω το δρόμο να έρχεται πιο γρήγορα και που μετά χτενίζω τα μαλλιά μου που μπλέχτηκαν από τον άνεμο.

Αυτό που τελικά έχει σημασία, είναι  ότι  μπορώ να ανασαίνω καλύτερα δίπλα στην αλμύρα της θάλασσας, ότι δεν φοβάμαι να κοιτάξω τον ουρανό κι ότι ακόμα κι αν όλα γίνουν αλλιώς, θα είμαι εγώ. 

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

-




Έζησα τον θάνατο δανεικό
Όπως ξεψυχούσε μια γάτα


Όπως ένας άγνωστος
Αποφάσιζε να πεθάνει
Σε μια σκεπή ή μια αυλή


Όπως καιγόμουν 
Από έρωτα κι απόγνωση 


                           Λοιπόν νομίζω είναι ώρα  
Να κάνω τον θάνατο δικό μου.

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

         Πώς σπάει 
                           ένας καθρέφτης 
                  όταν έχει αντικατοπτριστεί                         μέσα του 
                                                                    ολόκληρη 
                                                                     η ζωή             
                              δυο       λεπτών;

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Γραμμα

Αγαπη μου, 
προσπαθω να κανω ολα οσα μου υποσχεθηκα.


 Με φροντιζω περισσοτερο πια, κοιταζομαι καθε μερα στον καθρεφτη οταν ξυπναω, παιρνω παντα τα χαπια μου το πρωι, διαβαζω καθε μερα μερικες σελιδες απο καποιο βιβλιο ή ισως τρια, τεσσερα ποιηματα, χτενιζω τα μαλλια μου προσεκτικα, οπως θυμαμαι πως σ'αρεσουν, ενημερωνω παντα τον εαυτο μου ποια κατευθυνση θα παρω και ανασαινω βαθια. Αρχισα ξανα να τραγουδαω απο μεσα μου, σχεδον ολη μερα και που και που γραφω μερικους στιχους για να νιωθω λιγη αυταρεσκεια ή εστω να εκτωνονομαι και να δημιουργω κατι. Ακουω παντα μουσικη, λιγο παραπανω απο οσο αντεχω, κι ετσι παντα σφηνωνει στο μυαλο μου ενας μικρος ανθρωπος που παιζει σαξοφωνο, τσελο ή τραγουδαει αριες. Μαλλον αυτο δεν ειναι πολυ καλο για τον υπνο μου, αλλα λυπαμαι, δεν μπορω να κανω αλλιως.


 Οι ανθρωποι γυρω μου εξακολουθουν να μου δημιουργουν ερωτηματικα, κι ετσι δεν προσπαθω παντα να τους καταλαβω. Μερικες φορες τους αφηνω να μιλανε και απλα τους ακουω. Δεν ξερω γιατι, φανταζομαι πως με κουραζουν πια. Ή ισως ειμαι πολυ αφοσιωμενη στην απασχοληση του εαυτου μου. Μπορει κι αυτο. 


 Οι γατες μου ειναι καλα, ηρεμες και ανεξαρτητες οπως παντα. Οι μικρες ανεβαινουν στα ποδια μου και κουρνιαζουν αναμεσα στο στηθος μου σαν αντρες, αφου τους δωσω το κορμι μου ή σαν μωρα που ψαχνουν τον κορφο της μανας τους. Ποτε δεν καταλαβα αν οι γατες ερχονται πανω μας με ερωτικη διαθεση ή οχι. Ειναι λιγο ανωμαλο αυτο που λεω, το ξερω. Αλλα δεν μπορω να μην το σκεφτομαι. Το σιγουρο ειναι οτι οι γατες καθονται οσο ακριβως θελουν κι οχι οσο τις εξυπηρετει. Καλο ειναι αυτο νομιζω.


 Κατα τα αλλα καταφερα να πιστευω πως ζω, να προσποιουμαι την συμπαθητικη μηπως και με αντεξω περισσοτερο και να ελπιζω πως αυριο θα εχω πεθανει χιλιες φορες και θα σε εχω ξεχασει λιγο παραπανω απο οσο με ζητουσες τοτε. 


 Αυτο που δεν καταφερα μωρο μου, ειναι να μη με διαλυεις.


 Καληνυχτα.

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Εργασια.

 Καθε φορα που αναγκαζομαι να συμβιβαστω με τα δεδομενα τους νομιζω οτι κοβεται ενα κομματι μου κ πεφτω σε ατελειωτη θλιψη. Τοσο που φοβαμαι οτι δειχνω περα για περα αντιπαθητικη και περιεργη. Ο παραδεισος της μπυρας, κιλα, ατελειωτα κιλα αλκοολ  κι εγω σαν σαρανταποδαρουσα τρομαγμενη αναμεσα τους να περιφερομαι ετοιμη να το πουλησω σε πελατες.
 Δεν θα μαθω ποτε να αδιαφορω για το πως κοιτανε ολοι αυτοι ουτε θα καταφερω ποτε να προσποιηθω οτι δεν με νοιαζει. Σιχαινομαι τις γλοιωδεις φατσες τους, κι ενοχλουμαι που τους εχω αναγκη, αλλα φανταζομαι οτι ετσι θα γινεται απο 'δω κ περα. Εγω θα πουλαω κι αυτοι θα αγοραζουν για να μπορω να αγοραζω κατι αλλο μετα. Δες με πως καταντησα. Δεν θα επρεπε ομως να ειναι ετσι. Εγω δηλαδη δεν θα επρεπε να βρισκομαι εκει. Εγω θα επρεπε να τριγυριζω καπου  αλλου και να γραφω ερωτικα ποιηματα, απεγνωσμενα ποηματα, και μερικα απο εκεινα τα παραμυθια που μου μιλησαν τα δεντρα.
 Δεν ειμαι εγω γι'αυτους μα δεν γινεται αλλιως, το ξερω, και το ξερεις κι εσυ. Εγω ηθελα μια γωνια για να γραφω ποιηματα πισω απο τον παγκο κ μετα να τους τα μοιραζω μαζι με τα ανοητα αυτα χαρτακια που προστατευουν τα τραπεζια απο την υγρασια και ποτε δεν εμαθα να ξεχωριζω πως τα λενε. Να πινουν μπυρα, και να διασκεδαζουν την πλουσια ανοησια τους. Φουκαραδες, δεν εμαθαν ποτε οτι η μυρωδια της μπυρας απαιτει μοναξια για να γινει ενα με το αιμα μας. Ουτε θα μαθουν πως και η ποιηση απαιτει μοναξια και αληθεια για να γινει κατανοητη.
 Αληθεια, σκεφτηκες ποτε ποση ποιηση χρειαστηκε για να καταλαβουμε την ειλικρινια που εχουμε αναγκη στη μοναξια μας; Και ποτε εμαθες να την χρειαζεσαι πιο πολυ απο τη μυρωδια ενος σωματος;
 Ανοησιες λεω παλι, αυτο που εχει σημασια ειναι οτι εγω θα παραμεινω εκει κι αυτοι θα συνεχισουν να ειναι ιδιοι. Τουλαχιστον μπορει να αφιερωσω κανενα ποιημα στην ευθυμη μιζερια τους.

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010



Κι ολα τα λαθη σωπασαν μες στου νερου τη ληθη...

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Ατιτλο

Εχω
εναν θανατο
σακατη
να τριγυρναει
τις νυχτες
και να ζηταει
εμενα
ή την ψυχη μου
μα δεν ξερω
αν ειναι
προτιμοτερο
να πεθανω
η να παψω
να ζω
μαζι σου
ετσι
οπως καταντησα
ανοητη
λειψη
νεκροτερη
των νεκρων
και πιο απυθμενη
απ'τους βυθους
των πνιγμενων
στην προσμονη
ματιων σου.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Και καπως ετσι...

Τριχες μωρο μου.
Εγω θα αγωνιω
απο εγωισμο
και πληγωμενο ερωτα
κι εσυ
θα σπαταλας το χρονο μας
εκει που τον παρατησες.
Ειναι ωραια
να μη σε ξερω
αιωρουμενη
τυφλη
στο τιποτα
που ξεχασες.
Αιωνια φοβισμενος
Αιωνια νεκρος
πιο ξενος απο σενα
που τιποτα δεν εμαθες
και τιποτα δεν κρατησες.
Μοναχα στερεψες
ο,τι απεμεινε
απο εκεινα
που φυλαγα για σενα.

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Μόνο αυτό...

Ο τρομος ειναι ο καλυτερος τροπος για να μιλας με τα εγω σου. Σε αφηνει μηδενισμενο, στο τερμα των αντοχων, με ελαχιστες θεωρητικες πιθανοτητες επιβιωσης. Πηγαζει απο το ιδιο το βαρβαρο το σωμα σου που τιναζεται σπασμωδικα, φυλακιζεται, επειτα ευνουχιζεται οικειοθελως και σταματαει να λειτουργει. Παρωδια εχω γινει, νιωθω μιση αντρας και μισος γυναικα. Η αριστερη μου μερια γινεται θυληκη και η δεξια μου αρσενικη και μετα ξανα αντιστροφα. Μερικες φορες νομιζω οτι ειμαι εσυ, και καποιες αλλες επιστρεφω στη δικη μου χαοτικη υποσταση.
Προχθες κρατουσα τη γλωσσα μου στα χερια μου να σου τη φερω δωρο. Μπορει να την ξεριζωσα ασυναισθητα για να ερθει να σου μιλησω. Να σου πω ποσο λυπαμαι. Ποσο με σιχαινομαι. Ποσο θελω να πιω ολη την Αμοργο που δεν πηγαμε ποτε. Και απαντηση δεν πηρα, μονο τρομαξα. Φωναξα και μετα μουδιασα. Και δεν ησουν πουθενα. Ωρες ωρες νομιζω οτι το σωμα μου με προειδοποιει για ολα αυτα που δεν ξερω αν θα αντεξω οταν ερθουν. Αλλιως δεν εξηγειται να σταματαει η καρδια μου και να φτανει στα ποδια μονη της. Και παλι τρομαξα. Ξανα.
Φοβαμαι τελευταια, δεν ξερω τι. Και λυπαμαι. Που ποτε δεν πηρες εκεινα που μου αξιζαν. Που δεν σου εδωσα οσα επρεπε να παρω. Στην κοιλια μου πια μπορει μονο να μεγαλωνει ενα τεραστιο δεντρο. Και να ριζωνει σαν ανθρωπος. Μονο αυτο μπορω να κανω. Μονο αυτο μπορω να γινω. Επρεπε να με εχει ρουφηξει η γη οταν γεννηθηκα και να γινω κατι αλλο. Οχι εγω, παντως. Αυτο ειναι σιγουρο.
Για την ωρα μπορω μονο να υπομενω τη μιζερη μου φυση και να σου ζηταω να μου ανοιξεις μια ομπρελα να κρυφτω απο τους φοβους μου και τους πονους σου. Α ναι. Και να γραφω ακατανοητες μουτζουρες που θυμιζουν κατι απο το τιποτα.
Αυτο μπορω.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Καθρεφτες

Καθρεφτες.Ηθελα να σπασω ολους τους καθρεφτες με τα χερια μου, να δω πως θα μυρισουν. Κι εβγαζαν μονο στεναγμους κι αληθειες. Αρωμα πουθενα. Οι καθρεφτες. Αιωνιοι,θαμποι και χαραγμενοι, καλογυαλισμενοι, δικοι μας. Διεκδικουν ανεπαρκειες και στρεβλωμενα βλεμματα, μουτζουρες στα ματια και κακοβαλμενες ψυχες.
Εγωπαθειες και ωραιοπαθειες μαζεμενες ολες εκει μεσα, σε ενα κομματι γυαλι. Μακιγιαρισμενα προσωπα και καλοφροντισμενες τριχες, μισανοιχτα στοματα και προβες, διαλογοι με τον ιδιο σου τον εαυτο κι εκεινον που πας να συναντησεις. Γκριματσες αστειες και κλαματα και διαπιστωσεις για τον ποιον τελικα βλεπεις απεναντι σου και φιλια με κραγιον το πρωι για να το δει καποιος αλλος και το τελευταιο κοιταγμα πριν φυγεις, λες και κατι θα επιβεβαιωσει ή θα αλλαξει αυτο που ηδη εισαι. Κι αλλες φορες κανενα βλεμμα, κανενα, μηνες ολοκληροι χωρις να εχεις δει πως εισαι, μοναχα βιαστικα να φευγεις, να φευγεις να προλαβεις, να προλαβεις... Τι; Ισως εκεινα που χρωστας στη ζωη σου να ζησεις μα τελικα δεν ζεις. Μεχρι που δινεις μια και σπας τα ειδωλα σου, ολα τα ειδωλα που σε κοιταζουν παγωμενα, εκεινες τις αγαπημενες μικροπρεπειες που τρεφουν χρονια οι καλοφροντισμενοι φιλοι του αντικατοπτρισμου σου. Δινεις μια και σπας την εικονα και νιωθεις ελευθερος, ελευθερος οπως ποτε, με το αιμα να τρεχει απο τις παλαμες σου, με μια σιγουρια πρωτογνωρη, που τελικα μυριζει λιγο απο σενα. Τη σιγουρια εκεινη που φτανει να γλυψεις τις πληγες, να σηκωθεις και να αποφασισεις να ζησεις. Να ζησεις αλλου. Εδω. Εκει. Πισω απο τον σπασμενο καθρεφτη. Με σενα. Ξανα.