Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Λευκό...


Άσ΄τους να λένε, και τους κρυφούς και τους σκοτεινούς... Γιατι πώς να το αλλάξεις τέτοιο λευκό τοπίο; Ακόμα και το δέντρο μου εκείνο, κι ας μην το πλησίασα ποτέ, αποφάσισε να μην ξεγυμωθεί τελείως. Επιμένει. Και πώς να ta αλλάξεις όλα αυτά, όταν τα μάτια γεμίζουν ησυχία; Ασε μας εδώ σου λέω, καλά είναι τώρα...

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Σεμπάστιαν

    Β.Γ.

Ένας Σεμπάστιαν χόρευε στα κόκαλα μου
Ξέσκιζε τις σάρκες μου
Όπως εκείνη.
Πόρτα αυτοκινήτου. Άνοιξε
Και χύθηκε από μέσα της το αίμα
Κι η σιωπή μου.
Πόδια στεγνά
Μάτια χαμένα, εσύ ποτέ

Πουθενά.
Μόνο τα χνάρια του κρεβατιού
Θλίβονται από τις κραυγές σου
Και κλείνουν υπομονετικά
Τα αυτιά τους.
Ώσπου να ησυχάσεις.
Αν, ποτέ.

Κι εγώ,
Έμεινα ξωπίσω σου
Προσδοκώντας  να διαγράψω,
Με μια πίντα μαύρη
Που ποτέ δεν θα τελειώσω.
Μόνο, προσωρινά
Το δέρμα μου θα κόβω
Με τα λευκά τα χνώτα μου
Διεκδικώντας την φυγή μου.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Αμστερνταμ

 
  Εγω δεν θυμαμαι τιποτα.
  Μονο τους κοκκινους κυκνους μεσα στο ποταμι, να τρεφονται με τις αυταπατες μου και κιτρινα φυλλα απο το φθινοπωρο. Και παρακατω πεινασμενα ματια για σεξ και αυτοταπεινωση. Τοση ορεξη δεν εχω ξαναδει ποτε σε βλεμμα. Κι εγω να τριγυρναω αναμεσα, και να μην ειμαι σιγουρη τι αποζητουσαν οι αηδιες που μου ζητουσαν να με παρουν στο κρεβατι τους, τη στιγμη που αλλοι κυκνοι πισω απο τα τζαμια τους εταζαν καλυτερες υπηρεσιες, με καλυτερο κορμι, και σαφως πιο προσεγμενο μουνι απο μενα. Και τι να πεις λοιπον; Τιποτα. Ο δρομος αυτος σε κανει να νιωθεις πιο μονος και απελπισμενος απο ποτε, η σιωπη ή το χορτο ειναι ο μονος τροπος για να αντιμετωπιστει η μιζερια. Και η παρανοια. Ή μηπως αυτο δεν ειναι παρανοια, αλλα η απλη πραγματικοτητα που οι αλλοι απλα κλειδωνουν πισω απο πορτες;
  Μασκες και ταμπελες, τιποτα παραπανω. Αυταπατες και κοροιδια.
  Εστριβες στη γωνια, κ μολις περνουσες τους πιο θλιμμενους κυκνους, β' διαλογης, εμπαινες μεσα σε εναν ξενωνα.Υποτιθεται εκει θα εβρισκες τη σωτηρια διαβαζοντας και αναλυοντας τη βιβλο, και μιλωντας για τον θεο τους που στα πλακακια της αντιπροσωπειας του κοιμοταν μια γατα, και τα πρωινα τριβοταν αδιαφορα στην καρεκλα σου, μα ποτε στα ποδια.
  Κι ενα τσουρμο βλαμμενους ανθρωπους γυρω μου, συνοδεια στο ταξιδι, πιο χαμενους απο μενα. Αν ηταν εξι μαζι μου, οι τεσσερις ειχαν βαλει στοιχημα με την αδιαφορια ποιος ειναι πιο βαρετος. Την κερδιζαν και οι τεσσερις. Τουλαχιστον, οι αλλοι δυο, με επαιρναν αγκαλια με το στομα τους και ησυχαζα λιγακι.
Δεν θυμαμαι πολλα αλλα, ισως και να μην προλαβα να καταλαβω περισσοτερα.
Για την ακριβεια, δεν θυμαμαι τιποτα. ποτε δεν θυμαμαι τιποτα. Απλα καταλαβαινω. Και μετα σωπαινω, ως την επομενη περιεργη ματια, στην οποια θα αντιδρασω χαμογελωντας αμηχανα.
Κατα τα αλλα οχι, νομιζω πως δεν θυμαμαι τιποτα.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Των χρωματων...

Να φτιαξουμε ενα ουρανιο τοξο μες στη νυχτα και να το κεντησουμε με κλωστη "εζησα", κλωστη "ζω" και κλωστη "θα ζησω". Μετα να το πεταξουμε στον ουρανο ελευθερο να παγωσει απο το κρυο, να σπασει και να χυθει μεσα στα φυλλα...