Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο #5#

Κατηφορα, ωρα πολλη.

Τωρα θα απλωσω τα χερια μου μεσα στη θαλασσα να μαζεψω τον ηλιο που απομενει,
αναμεσα σ'εκεινους που βουτηξαν την απογνωση μες στα νερα για να την πνιξουν.
Δεν φτιαχνονται ολα με λεξεις, καμια φορα φτανει λιγακι χρωμα,
λιγο φως, ενα φιλι διπλα στ'αυτι να ανασαινει...

Ομορφαινουν οι μερες, ηρεμουν...

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Διπλό (κρεβατι)


Ο συμβιβασμος ερχεται
διπλα στο μαξιλαρι
ενω στεγνωνει το σπερμα μιας φαντασιας.

Δεν χρειαζεται η πραγματικοτητα
οταν ξερεις πως τα βραδια
δεν εχεις να περιμενεις τιποτα.

Κι ολη η ζωη που ξυπναει αναμεσα στα ποδια
ξερει. Ξερει καλα
οτι χάρες στην αλήθεια δεν προσφερει,

σαν τοτε που προσποιουταν
πως κοιμοταν ενω εκλαιγε με αναφιλητα.

Ξερω πια. Ετσι θα ειναι.
Η βουτια στις ραγες ενος τρενου
Η φωτια εξω απο το παραθυρο
Τα λουλουδια που στεγνωνουν στο τραπεζι
δεμενα με μια κορδελα, ολα.
Θα γλεντανε με το τιποτα.

Με το τιποτα που καρφωνει τον συμβιβασμο
με την φαντασια που δεν ηρθε ποτε
με την αληθεια που ψεματα δεν εμαθε να λεει
με τη ζωη που ειναι εδω
μα δεν την πηρανε χαμπαρι.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο #4#


Αποφασιζεις πως όχι. Αποφασιζεις να μην. Αποφασιζεις πως δεν.

Οι αποφασεις παντα ηχουσαν γελοια μεσα στο μυαλο μου και στα χερια μου τωρα εχω μια μυρωδια που προσπαθω να την κανω δικη μου. Ξεχασα πως ειναι να μιλας χωρις ενταση, χωρις αμφιβολια. Να λες ολα ειναι εδω. Ποια ολα ειναι εδω; Κι εγω που ειμαι; Μυριζει γιασεμι εξω, και οταν περπαταω για να φτασω στο κεντρο, στο δρομο απο πανω μου εχει δεντρα κανονικα, ολοκληρα, σαν κι εκεινα που φυτρωνουν στο κορμι μου, και εναν ηλιο ζεστο. Και δεν λυπαμαι πια οταν δεν μ'αγγιζει.

Ολα συμβαινουν στην πολη, ολα συμβαινουν σε μια γωνια αυτης της πολης, η Θεσσαλονικη ειναι γεματη γωνιες που πισω τους κρυβουν κατι. Ενα λουλουδι, μια σοκολατα, ενα πιανο, ενα ζευγαρι να φιλιεται ή ενα ζευγαρι παπουτσια να περπατανε αδιαφορα,  ενα παιδι που πουλαει χαρτομαντηλα ή ενα αλλο που γκρινιαζει για τα παιχνιδια του. Αυτη η πολη κρυβει ολη την αγωνια και τη μιζερια της μεσα σε γελια και παρκα. Τις πιο φριχτες σκεψεις μοναξιας η θανατου τις εκανα παντα περπατώντας στις πιο ομορφες στιγμες κι επειτα χαμογελουσα στην θεα ενος συννεφου ή μιας ζωγραφιας. Κι ετσι κατεληγα πως ειμαι φοβιτσιαρα ή αισιοδοξη. Στο τελος βεβαια εμενα με την αισθηση οτι απλα συμπαθουσα τον φοβο και επαιρνα μια πιο βαθια ανασα.

Σε μια απο τις τοσες γωνιες, υπαρχει ενας σχοινοβατης που περπαταει αναμεσα σε δυο δεντρα, πανω κατω, ξανα και ξανα και το σχοινι αντεχει, ειναι η μονη του οδος, δεν μπορει να περπατησει αλλου, γιατι απλα ενας σχοινοβατης περπαταει μονο πανω στο σχοινι. Αλλα κι αν πεσει, δεν θα του συμβει κατι. Απλα θα πατησει στο χωμα. Και δεν ειναι απαραιτητα δυσκολο ή περιεργο αυτο νομιζω, ε; Απλα ισως λιγο διαφορετικο.

Οι σκεψεις μου ειναι σκορπιες παλι και πρεπει καλυτερα να σωπασω. Ή να φυγω λιγακι και να σιγοτραγουδησω. Ναι, αυτο θα ηταν καλυτερο. Θα σιγοτραγουδησω.