Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

The postman

Στην Caitlin


The postman has the face of a nightmare
asking for ID
and always rings twice. He plants
letters in the box
and waits patiently
until they flourish
grow hands and eyes
grab the memories
and give snow
to that girl,
who gathers
red leaves
and lost things
at the edge of the ocean.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011


Το καλοκαιρι λατρευω τις ωρες που πλησιαζουν κι απομακρυνονται απο τη νυχτα. Τις ωρες της μερας η πολη σχεδον δεν ανασαινει, ζεχνει σιωπηλα την ασχημια της. Οταν ο ηλιος βρισκεται στις ακρες του ουρανου ζωντανευουν ολα, τα χρωματα, τα λογια... Τα ξημερωματα, περιπου στις 3 μυριζει ψωμι που ψηνεται. Αν ημουν λιγο πιο ρομαντικη θα προσπαθουσα να καταλαβω αν καιγεται πανω σε πετρα ή σε μεταλλο.

Μεγαλωνω και μικραινω κατω απο τα κεραμυδια, αγκαλια με τα σκεπασματα και γλυφοντας νερο απο τους τοιχους. Εχω ακουμπησει το μυαλο μου σε ενα συρταρι να ξεκουραστει και σκεφτομαι με τα δαχτυλα μου τις ωρες που λειπει. Δεν μιλαω πολυ, ειδικα οταν ακουμπαω τα μαλλια του ή όταν αφηνεται στα ποδια μου. Προτιμω να τον ακουω ή να μετράω τους πορους στο δερμα του. Τοτε τα πραγματα ειναι απλα, και ισως να ειναι τοσο απλα και ολες τις υπολοιπες ωρες.

Μου φτανει αυτο. Δεν παιζω κυνηγητο με τις στιγμες, ειναι ολες εδω, εχουν φωλια μες στη σκεπη, στο περβαζι μου, μεσα στο χωμα και ξεφυτρωνουν σαν ερωτας απο το πουθενα. Με κουρασαν τα δειλα χερια, τα σκιτσα σε φυλλα απο μπλε τετραδια που καηκαν για μια κουβεντα, τα ξερα πεταλα απο τριανταφυλλα που φωσφοριζουν μεσα στη νυχτα. Μου φτανει αυτο. Μου φτανω εγω εδω, ετσι, τωρα. Φτανει αυτος. Φτανει αυτο.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Γυναικες


Θυμάμαι να βλέπω
γυναίκες να διώχνουν τη ζωή τους
από φόβο μην πεθάνουν από έρωτα.
Θυμάμαι άλλες να ξεφεύγουν απ' τον θάνατο,
από ντροπή για τη ζωή.
Ξόδεψαν  θάλασσες ζεστού αέρα
πάνω σε σώματα αντρών που δεν αγάπησαν,
έπλεξαν μνήμες από άχυρο
για να προσποιηθούν πως ξέχασαν.
Τις μέθυσα όλες με μπύρα, μία μία.
Τις κέρασα τσιγάρο.
Θαύμασα την μοναξιά του οργασμού τους.
Κι όταν το ζήτησαν έγραψα μερικούς στίχους
για τα δάκρυα που έχυσαν κρυφά στο μαξιλάρι
όταν φαντάστηκαν πως  –τάχα – εκείνος θα ξανάρθει.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Νερό


Αφού εκείνη έπεσε τότε στην πισίνα, εμείς γιατί πνιγόμαστε ακόμα απ’ έξω;



Μπορώ να γίνω ο χειρότερος εφιάλτης σου, μπορώ να γίνω ο χειρότερος φόβος μου και να μας φοβόμαστε όλοι μαζί. Θέλω να μ’ αγαπάς και να με καταστρέφεις κάθε φορά που θα σου λέω «μπορώ να περπατήσω». Κάθε φορά που ένα φλας θα αστράφτει από την φωτογραφική μηχανή πάνω σου θα σκαλίζεις μια πληγή μέσα στο μυαλό μου. Κανείς δεν είναι με κανέναν, όσο και αν παλεύουμε για πάθη.
Άμα μπορέσεις να αγαπάς την μοναξιά, ίσως καταφέρεις να βουτήξεις στο κενό και να μην τσακιστείς. Εγώ θα είμαι εκεί. Να λυπάμαι για την πτώση σου και να ζηλεύω τον παραλίγο θάνατό σου. Θέλω να φταις για όλα, να σ’ αγαπάω για το τίποτα και να σε μισώ για τα πάντα. Αρκεί να είσαι εκεί. Αρκεί να μπορείς να με συγχωρείς, αρκεί να με κάνεις να νιώθω κάτι σπουδαίο κι ας βουλιάζω στο θάνατο.
Φέρε νερό να ξεπλυθούμε, θέλω να παίζω με πλαστικά ζωάκια και σωσίβια μέσα σε μια παιδική φουσκωτή πισίνα, δεν έχω τίποτα άλλο. Όσα νομίζαμε πως μας έκλεψαν τα διώξαμε μόνοι μας, γιατί δεν μάθαμε να σωπαίνουμε τη νύχτα. Φοβάμαι όσο κι εσύ, ζηλεύω όσο εσύ, με μισείς όσο κι εγώ κι αγαπάμε το είδωλο μας όσο μας επιτρέπει ο καθρέφτης.
Θα σε καταστρέψω όπως αφέθηκα να καταστραφώ, μήπως και καταφέρω να μ’ αγαπήσει ο εαυτός μου ή κάποιος άλλος. Έστω λίγο να με θαυμάσει.


Βασισμένο στο θεατρικό κείμενο του Μαρκ Ρέιβενχιλ, «Πισίνα (όχι νερό)»