Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο #6#


Το μεσημερι της Κυριακης κατηφοριζα τη Δωδεκανησου για να παρω λεωφορειο. Ειχα τελειωσει από μια ακομη ματαια προσπαθεια να στηριξω με καποιον τροπο τον εαυτο μου, αγοραζοντας βιβλια και ψαχνοντας δουλεια.

Σταθηκα κατω από ένα δεντρο, διπλα σε μια σταση να περιμενω. Οι κινησεις μου όταν βλεπω κατι μη οικειο ή λυπηρο που μου προκαλει ενδιαφερον είναι σχεδον σπασμωδικες και συνηθισμενες. Κραταω αρκετη αποσταση και κοιταζω με την ακρη του ματιου μου. Στο παγκακι της στασης καθοταν ενας αντρας περιπου στα πενηντα πεντε, με δυο στιβες βιβλια διπλα του. Εγω στην αποσταση μου, κοιταζα αυτή τη φορα μια βιτρινα απεναντι που λειτουργουσε σαν καθρεφτης και ακουσα τον αντρα να μου φωναζει: «Κυρια!» «Κυρια, αν θελετε να καθισετε εχει χωρο, δεν χρειαζεται να στεκεστε τοσο μακρια». «Όχι, ευχαριστω, του απαντησα, καθομουν τοση ωρα.» «Ναι, καλυτερα, να ξεμουδιασετε και λιγο, δεν κανει να καθομαστε πολύ» ειπε, σχεδον μιλωντας στον εαυτο του.

Για μια φορα ακομη, ειχα πει ψεματα και ημουν φοβισμενη. Αρχισα φανερα να τον παρατηρω αλλα δεν μου εδινε σημασια. Ακομη μια ηττα. Προσπαθουσε να δεσει τη μια στιβα με τα βιβλια του με ένα πλαστικο κορδονι, αλλα δεν εφτανε και εψαχνε κατι άλλο να το προεκτεινει. Φορουσε ένα χακι ανορακ, ένα τζιν παντελονι, πεντακαθαρα ματια και τα μαλλια και τα γενια του ηταν γκριζα και απεριποιητα.  Εγω παλι προσπαθουσα να καταλαβω αν εμενε στον δρομο ή αν απλα ειχε στο σπιτι του λιγοτερα λεφτα από οσα αξιζε το ένα βιβλιο που κουβαλουσα στην τσαντα μου και τα κερματα που περισσευαν στο πορτοφολι μου. Πηγαινε περα δωθε και κοιταζε το πεζοδρομιο κι εγω παρατηρουσα ακομα τις κινησεις του. Καποια στιγμη που απομακρυνθηκε πηρα το θαρρος να πλησιασω τα βιβλια του. Δεν προλαβαινα να διαβασω κανεναν τιτλο χωρις να με καταλαβει, μπορεσα μονο να δω ότι ο ενας σωρος ειχε στην κορυφη του έναν καταλογο του 2010 της Νεοσετ. Φανταστηκα ότι τα μαζευε για να τα πουλησει καπου.

Εβγαλα από την τσαντα μου το βιβλιο μου που το ειχα χωσει βιαστικα μαζι με την σακουλα του  περιμενοντας τον να γυρισει ξανα στο παγκακι. Θελησα να του την προσφερω, ισως  από ντροπη που τον ειχα κοιταξει πριν με την ακρη του ματιου μου. Ισως επειδη ειχε προσεξει το περιεργο υφος μου και μου αποδειξε πως ειμαι καχυποπτη. Του προτεινα λοιπον την μπλε πλαστικη μου σακουλα, και μου απαντησε με το βλεμμα του, σχεδον υποτιμητικα. Επειτα προσθεσε, δειχνοντας έναν τετραγωνο μεταλλικο καδο,ενσωματωμενο στην κολωνα του στεγαστρου. «Εχω σακουλες. Εσυ πετα αυτή τη μαλακια καλυτερα στην χαρτινη σακουλα που εβαλα εγω στον καδο, γιατι μας εχουν γαμησει με τα πλαστικα. Θα μας πνιξουν τα πλαστικα κοπελα μου. Εχουν γεμισει τον τοπο πλαστικα. Εγω κανω την βολτα μου, ψαχνω το κορδονακι μου, θα το βρω και θα δεσω τα βιβλια μου. Κι εσυ να χρησιμοποιεις χαρτι, όχι πλαστικο». Εμεινα και τον κοιτουσα, μπορεσα μονο να ψελλισω ότι ειδα πως εχει τοσα πολλα βιβλια και καπως θα επρεπε να τα κουβαλησει. Τουλαχιστον με ευχαριστησε στο τελος.

Μαθημα οικολογιας και υπερηφανιας στις τρεις το μεσημερι κι εγω εμεινα να κοιταζω τα πεσμενα φυλλα στο πεζοδρομιο. ηθελα μονο ένα τσιγαρο και να μην παρω το λεωφορειο, αλλα να καθισω μαζι του στο παγκακι. Μου γυρισε όμως πλατη κι εφυγε, τη στιγμη ακριβως που ειδα το λεωφορειο από μακρια να ερχεται. Ετσι σταθηκα ακομα μια φορα δειλη, ανεβηκα στο λεωφορειο κ εφυγα με την αδεια σακουλα στο χερι, μετρωντας τα κερματα στην παλαμη μου για το εισητηριο.

Αν του τα ειχα προσφερει, ημουν σιγουρη ότι θα μου τα πετουσε στα μουτρα και θα το ειχαμε ευχαριστηθει και οι δυο. Θα ηταν εν πάση περιπτώσει ένα ακομα βημα στην επικοινωνια με έναν ανθρωπο κι εγω θα επεστρεφα στο κεντρο της Θεσσαλονικης με τα ποδια.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Πιθανοτητες


Ισως, οι μερες δεν περνουν αδιαφορα
κι εγω κοιτω το πρωι την ξυλινη οροφη
με καποια προσμονη ή χαρα.

Ισως, μυριζω τα σεντονια
και θυμαμαι το χθεσινο βραδυ
δαγκωνοντας δειλα  τα χειλη μου.

Ισως, σε κοιταζω και νιωθω ομορφη
αγνη και μονη
χωρις να ψαχνω δικαιολογια

Ισως όλα αυτά να συμβαινουν
οταν μ’αφηνεις να σε ερωτευομαι.