Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Δωματιο λευκό


Όταν βγαινεις με ματωμενα γονατα
Από ένα δωματιο
Πρεπει να μπορεις να καταλαβεις
Αν η ψυχη σου πουληθηκε εκει μεσα
Ή αν σερνοντας το σωμα σου στο τσιμεντο
καταφερες να την γλιτωσεις.
Πρεπει να ξερεις βγαινοντας,
Αν τα ματια σου
Μπορουν να αντεξουν
-ακομα μια φορα-
μια απωλεια
ένα φιλι
ένα χαδι
που δεν ητανε ποτε δικα σου.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο #7#


Ανοίγοντας την πόρτα και βγαίνοντας από το σπίτι είμαι μια κοπελα που περπαταει στο δρομο λίγο στραβα, το περπατημα μου θυμιζει αυτό της παπιας αλλα μαλλον είναι εμφανες μονο αν καποιος καθισει να με παρατηρησει. Εγω εχω σταματησει να παρατηρω τον κοσμο. Μου προκαλει αγχος. Πριν μερικες μερες ειδα έναν αντρα περιπου στα πενηντα να κλεβει ένα συσκευασμενο γλυκο από ένα περιπτερο. Ενιωσα συνενοχη με τον ουρανο, δεν τον ειδε κανεις. Και πώς να μιλησω; Για ποιον λογο; Εφυγε περπατωντας φοβισμενα, κι ας ηταν το τροπαιο σπουδαιο. Στο μυαλο μου εισεβαλε παλι ο πατερας μου. Εισβαλλει συνεχως, η εικονα του θολη, καθεται εκει και με ξεβολευει από την ηρεμια.

Περπαταω ωρες ατελειωτες. Ο δρομος είναι τα ταξιδια που δεν μπορω να κανω. Οι τοιχοι των πολυκατοικιων είναι ζωντανοι, ζωντανοι και μιζεροι. Αφισες, συνθηματα, βρωμια, υγρασια, που και που μερικα γκραφιτι. Μεγαλωσα αναμεσα στα δεντρα, και τωρα πια δεν βλεπω φυλλα πεσμενα γυρω μου κι ας είναι φθινοπωρο. Πηδαω πανω από σακουλες σκουπιδιων, μετραω ενοικιαστηρια, αγγελιες κάθε ειδους, και ταμπελες, προσπαθω να μην σκονταψω σε βγαλμενα πλακακια, να χωρεσω αναμεσα στα παρκαρισμενα αυτοκινητα, να δω που οδηγει ο δρομος. Μα δεν καταλαβαινω. Δυσκολευομαι να κατανοησω τους δρομους που περπαταω. Δυσκολευομαι να αγγιξω τον ανθρωπο που περναει διπλα μου.

Ντρεπομαι να ειμαι ευγενικη. Ο ανθρωπος που περπαταει διπλα μου και με σκουνταει με τον αγκωνα του με αντιμετωπιζει σαν εχθρο. Περπαταω λοιπον κι αποφευγω τα βλεμμα του καθενος, το κανω μονο αν υπαρχει χωρος για να ξεφυγει ενας από τους δυο μας. Αν τον κοιταξω καταματα την ωρα που με προσπερναει, τρομαζει. Του παραχωρω λιγο χωρο στο πεζοδρομιο και κοιταει θυμωμενα στο κενο, σαν να αγωνιζεται να δωσει λιγο νοημα στη συναντηση. Που βρεθηκε τοσος θυμος; Και γιατι δεν μπορεις να συνυπαρχεις απλα μαζι μου;

Με τρομαζει η καθημερινοτητα. Οι τασεις φυγης δεν εχουν πλεον το κουραγιο να με τραβηξουν με το μερος τους. Εμεινα κι αποδεχτηκα. Δεν ξερω τι αποδεχτηκα, αληθεια, δεν μπορω να καταλαβω. Ξεμεινα εδώ, χωρις ποιητικη γραφη, με ερωτες που ξοφλησαν, με φιλους που εφυγαν αδιαφορα, με αντρες που εμειναν μοναχα μερικα βραδια, που με σχηματισαν στο μυαλο τους προσωρινη κι ασημαντη, ξεμεινα με ανθρωπους που δεν μπορουν ουτε αυτοι να καταλαβουν.

Δεν θα γινω ποιητρια. Νομιζω δεν μπορω. Η ποιηση θελει παθος, παρατηρητικοτητα, να μην φοβασαι τον θανατο, να μπορεις να δαγκωσεις το δερμα σου για μια αγαπη. Η αγαπη πια δαγκωνει το δερμα της μονη της, εχει κρυφτει σε ένα ντουλαπι και καταβροχθιζει τον κανιβαλο εαυτο της. Ο θανατος αδιαφορει για τους φοβους μου, μου γυρισε την πλατη.

Ανοιγοντας την πορτα και μπαινοντας ξανα στο σπιτι ειμαι παλι εγω, γυναικα μονη, που ονειρευεται τα δεντρα, κοιμαται σε μονο κρεβατι και δενει ένα κορδελακι στο χερι της για να θυμαται. Να θυμαται να φευγει πριν δανειστει ξανα σε καποιον . Ειμαι εγω, ανθρωπος που ψαχνει την αθωοτητα σε συρταρια με φθαρμενα χαρτια, γραφει ακομα σε ένα σχολικο τετραδιο κι ελπιζει στη συντροφια του ραδιοφωνου. Κλεινοντας την πορτα είμαι μονο εγω, αλλα νομιζουν πως δεν ειμαι.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Somehow...




You looked peaceful for a while...



Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Λείπεις.

Χύνω στο σώμα μου σκουριασμένο νερό
ξεπλένω από πάνω μου τον ιδρώτα σου
όπου κοιτάξω έχει σκουριά
κάθε που σταματάς να μ’ αγαπάς
χρυσή και κόκκινη σκουριά
βάφει τους τοίχους
κυλάει μες στα πόδια μου
κρύβεται στα σκεπάσματα
μπορεί και με ζεσταίνει.

Κι ύστερα ξυπνάς.




Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011



            Οι εποχες περνουν πιο γρηγορα
από την οδυνη και τις συνηθειες.


                            Χειμωνιασε και εμαθες μονο
                            Να κλειδωνεις καλυτερα την πορτα.


Μια κλειδωμενη πορτα



Οσες φορες κι αν γυρισεις το κλειδι



Ακομη κι αν το εκανες τυχαια
                                 Δεν θα κρατησει κανεναν μεσα

                                                                                     Εκτος από ‘σενα.





Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Η γλάστρα


Είναι μια γλάστρα στο περβάζι σκέτη, χωρίς λουλούδια, μόνο με χώμα. Όχι μια απλή πλαστική, από ‘κείνες τις άσχημες τις μαύρες. Μια πήλινη, ζωγραφισμένη απ’ έξω με λουλούδια, σαν από χέρι μικρού παιδιού.

Φυτεύουν μέσα της αποτσίγαρα άντρες κάθε πάστας. Κοντοί, ψηλοί, με μικρούς εγκεφάλους και μεγάλο αντρισμό ή σπουδαία φαντασία και λερωμένο βρακί από την μοναξιά. Μετά από κάθε "σ' αγαπώ"  μια καύτρα φυτεύεται μέσα σ’ αυτή την γλάστρα, που στέκεται χρόνια τώρα στο ίδιο περβάζι, του ίδιου δωματίου, κάτω από την ίδια κουρτίνα, του ίδιου σπιτιού.

 Τόσα μισοκαπνισμένα τσιγάρα χωμένα μέσα στο ίδιο σταχτιασμένο χώμα, μέσα στο ίδιο πήλινο σώμα, και δεν έβαλε κανείς ούτε ένα τόσο δα τσιγάρο ολόκληρο εκεί μέσα στα κρυφά, να προσποιηθούν όλοι πως έγινε θαύμα. Κανείς να πιστέψει πως ο θάνατος φυτρώνει μέσα σε ένα συνηθισμένο δωμάτιο. Κάποιος τέλος πάντων, να κάνει πως ρίχνει λίγο νερό ή ο, τι περίσσεψε από ένα κουτί ζεσταμένης μπύρας για να φυτρώσει λίγος καπνός. Λίγος καπνός να ζωντανέψει το δωμάτιο.

Μόνο κοιτούν. Εκτελούν το χρέος τους προς τη φύση, κουμπώνουν το φερμουάρ, πετούν δυο λόγια πρόστυχα, όπως «θέλω να σε ξαναδώ, νομίζω μου έλειψες», σβήνουν το αναθεματισμένο τσιγάρο τους και φεύγουν. Στο τέλος της βραδιάς, το ίδιο κορίτσι που έφερε χρόνια πριν τη γλάστρα μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο μαζεύει τις γόπες, τις πετάει από το παράθυρο, ξεσκονίζει το περβάζι και σβήνει το φως.

Και αύριο βράδυ ή γλάστρα θα είναι το ίδιο νεκρή και το κορίτσι θα έχει το ίδιο μουδιασμένο χαμόγελο να χαρίσει σε κάθε έναν που θα της ζητήσει φωτιά.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Γραμμα στον Σκορδα (1/10/11)



«Νύχτωσε πάλι
 Η μέρα που ήταν να ‘ρθει σήμερα τι απέγινε;»*


Θα αρχίσουμε κάποτε Βασίλη να ρημάζουμε τους τοίχους, θα τους καταβροχθίσουμε. 

Μια μέρα δεν θα μας νοιάζει που η πόρτα θα είναι κλειστή, που δεν θα έχουμε λεφτά να πάμε παραπέρα από το κέντρο της πόλης. Θα πουλάς τα πακέτα σου με ποιήματα αφυδατωμένα από τα γηρατειά, και κάθε φορά που κάποιος θα τολμά να μυρίσει το πακέτο θα ανασταίνεται ο καπνός και η πόλη θα καίει  από αγάπη.

Θα κοιταχτούμε σ’ έναν καθρέφτη πριν σπάσει, να το ξέρεις. Και τότε όλα θα πάνε καλυτέρα, το ξέρω. Αρκεί πριν από αυτό να γλιτώσουμε από τους περαστικούς που ελπίζουν σ’ έναν καβγά, κι από ‘κείνους που θα σε δείρουν για τα βιβλία που σου χάρισαν κρυφά  τα ράφια τους. Εγώ θα τρώω αηδίες κι εσύ θα στέκεσαι παραπέρα και θα γελάς, μα δεν θα με νοιάζει. Γιατί θα συναντιόμαστε με τα μούτρα μας κι ο ουρανός δεν θα μας καταριέται.

Καιρό τώρα το ελπίζω. Κι ίσως μετά όλα να είναι ίδια, να μην έχουν καμία διαφορά από το παρόν. Αλλά θα ‘χουμε κερδίσει δυο ιστορίες παραπάνω και μερικές ακόμα γραμμές στις παλάμες μας, να υπόσχονται τυχαία πως θα ζήσουμε λιγάκι παραπάνω.

Και τώρα ζούμε Βασίλη, το ‘ξερες;
Ιωσηφίνα


(Γ. Αγγελάκας, "Λέξεις")