Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011



            Οι εποχες περνουν πιο γρηγορα
από την οδυνη και τις συνηθειες.


                            Χειμωνιασε και εμαθες μονο
                            Να κλειδωνεις καλυτερα την πορτα.


Μια κλειδωμενη πορτα



Οσες φορες κι αν γυρισεις το κλειδι



Ακομη κι αν το εκανες τυχαια
                                 Δεν θα κρατησει κανεναν μεσα

                                                                                     Εκτος από ‘σενα.





Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Η γλάστρα


Είναι μια γλάστρα στο περβάζι σκέτη, χωρίς λουλούδια, μόνο με χώμα. Όχι μια απλή πλαστική, από ‘κείνες τις άσχημες τις μαύρες. Μια πήλινη, ζωγραφισμένη απ’ έξω με λουλούδια, σαν από χέρι μικρού παιδιού.

Φυτεύουν μέσα της αποτσίγαρα άντρες κάθε πάστας. Κοντοί, ψηλοί, με μικρούς εγκεφάλους και μεγάλο αντρισμό ή σπουδαία φαντασία και λερωμένο βρακί από την μοναξιά. Μετά από κάθε "σ' αγαπώ"  μια καύτρα φυτεύεται μέσα σ’ αυτή την γλάστρα, που στέκεται χρόνια τώρα στο ίδιο περβάζι, του ίδιου δωματίου, κάτω από την ίδια κουρτίνα, του ίδιου σπιτιού.

 Τόσα μισοκαπνισμένα τσιγάρα χωμένα μέσα στο ίδιο σταχτιασμένο χώμα, μέσα στο ίδιο πήλινο σώμα, και δεν έβαλε κανείς ούτε ένα τόσο δα τσιγάρο ολόκληρο εκεί μέσα στα κρυφά, να προσποιηθούν όλοι πως έγινε θαύμα. Κανείς να πιστέψει πως ο θάνατος φυτρώνει μέσα σε ένα συνηθισμένο δωμάτιο. Κάποιος τέλος πάντων, να κάνει πως ρίχνει λίγο νερό ή ο, τι περίσσεψε από ένα κουτί ζεσταμένης μπύρας για να φυτρώσει λίγος καπνός. Λίγος καπνός να ζωντανέψει το δωμάτιο.

Μόνο κοιτούν. Εκτελούν το χρέος τους προς τη φύση, κουμπώνουν το φερμουάρ, πετούν δυο λόγια πρόστυχα, όπως «θέλω να σε ξαναδώ, νομίζω μου έλειψες», σβήνουν το αναθεματισμένο τσιγάρο τους και φεύγουν. Στο τέλος της βραδιάς, το ίδιο κορίτσι που έφερε χρόνια πριν τη γλάστρα μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο μαζεύει τις γόπες, τις πετάει από το παράθυρο, ξεσκονίζει το περβάζι και σβήνει το φως.

Και αύριο βράδυ ή γλάστρα θα είναι το ίδιο νεκρή και το κορίτσι θα έχει το ίδιο μουδιασμένο χαμόγελο να χαρίσει σε κάθε έναν που θα της ζητήσει φωτιά.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Γραμμα στον Σκορδα (1/10/11)



«Νύχτωσε πάλι
 Η μέρα που ήταν να ‘ρθει σήμερα τι απέγινε;»*


Θα αρχίσουμε κάποτε Βασίλη να ρημάζουμε τους τοίχους, θα τους καταβροχθίσουμε. 

Μια μέρα δεν θα μας νοιάζει που η πόρτα θα είναι κλειστή, που δεν θα έχουμε λεφτά να πάμε παραπέρα από το κέντρο της πόλης. Θα πουλάς τα πακέτα σου με ποιήματα αφυδατωμένα από τα γηρατειά, και κάθε φορά που κάποιος θα τολμά να μυρίσει το πακέτο θα ανασταίνεται ο καπνός και η πόλη θα καίει  από αγάπη.

Θα κοιταχτούμε σ’ έναν καθρέφτη πριν σπάσει, να το ξέρεις. Και τότε όλα θα πάνε καλυτέρα, το ξέρω. Αρκεί πριν από αυτό να γλιτώσουμε από τους περαστικούς που ελπίζουν σ’ έναν καβγά, κι από ‘κείνους που θα σε δείρουν για τα βιβλία που σου χάρισαν κρυφά  τα ράφια τους. Εγώ θα τρώω αηδίες κι εσύ θα στέκεσαι παραπέρα και θα γελάς, μα δεν θα με νοιάζει. Γιατί θα συναντιόμαστε με τα μούτρα μας κι ο ουρανός δεν θα μας καταριέται.

Καιρό τώρα το ελπίζω. Κι ίσως μετά όλα να είναι ίδια, να μην έχουν καμία διαφορά από το παρόν. Αλλά θα ‘χουμε κερδίσει δυο ιστορίες παραπάνω και μερικές ακόμα γραμμές στις παλάμες μας, να υπόσχονται τυχαία πως θα ζήσουμε λιγάκι παραπάνω.

Και τώρα ζούμε Βασίλη, το ‘ξερες;
Ιωσηφίνα


(Γ. Αγγελάκας, "Λέξεις")

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011


Χρειάζομαι λίγο πάθος
Κάθε φορά που μια νύχτα τελειώνει
Με ματωμένα τα χείλη,
Για να μπορέσω να αντέξω την επόμενη αυγή.

Μου λείπει εκείνο το είδος του πάθους
Που θα με εθίσει σε κάτι ιδεατό,
Κάτι που θα μου θυμίσει τη ζωή.

Δεν φτάνει ένα δαχτυλίδι καπνού
Να αιωρείται πάνω από το σώμα μου
Ή η ζάλη της μέθης.

Χρειάζομαι λίγο πάθος
να ζεστάνει το μυαλό μου, 
Μόνο αυτό.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011


Αν είναι λοιπόν να πενθήσω
Για τους έρωτες που έθαψα
Θα το κάνω ευχαρίστως
Με την ίδια υπομονή που ευχόμουν
Να κοιμηθεί η θλίψη μου.
Κάθε βράδυ θα πλαγιάζω
δίπλα σε κάποιο σώμα ξένο
διάτρητη από την ανάγκη
να νιώσω την φορμόλη της ανάσας του
να με καθησυχάζει.
Μόνο που δεν ξέρω πώς
Να διώξω εκείνες τις ενοχές
Για το πιστόλι
Που κουρνιάζει στο μαξιλάρι μου.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο #6#


Το μεσημερι της Κυριακης κατηφοριζα τη Δωδεκανησου για να παρω λεωφορειο. Ειχα τελειωσει από μια ακομη ματαια προσπαθεια να στηριξω με καποιον τροπο τον εαυτο μου, αγοραζοντας βιβλια και ψαχνοντας δουλεια.

Σταθηκα κατω από ένα δεντρο, διπλα σε μια σταση να περιμενω. Οι κινησεις μου όταν βλεπω κατι μη οικειο ή λυπηρο που μου προκαλει ενδιαφερον είναι σχεδον σπασμωδικες και συνηθισμενες. Κραταω αρκετη αποσταση και κοιταζω με την ακρη του ματιου μου. Στο παγκακι της στασης καθοταν ενας αντρας περιπου στα πενηντα πεντε, με δυο στιβες βιβλια διπλα του. Εγω στην αποσταση μου, κοιταζα αυτή τη φορα μια βιτρινα απεναντι που λειτουργουσε σαν καθρεφτης και ακουσα τον αντρα να μου φωναζει: «Κυρια!» «Κυρια, αν θελετε να καθισετε εχει χωρο, δεν χρειαζεται να στεκεστε τοσο μακρια». «Όχι, ευχαριστω, του απαντησα, καθομουν τοση ωρα.» «Ναι, καλυτερα, να ξεμουδιασετε και λιγο, δεν κανει να καθομαστε πολύ» ειπε, σχεδον μιλωντας στον εαυτο του.

Για μια φορα ακομη, ειχα πει ψεματα και ημουν φοβισμενη. Αρχισα φανερα να τον παρατηρω αλλα δεν μου εδινε σημασια. Ακομη μια ηττα. Προσπαθουσε να δεσει τη μια στιβα με τα βιβλια του με ένα πλαστικο κορδονι, αλλα δεν εφτανε και εψαχνε κατι άλλο να το προεκτεινει. Φορουσε ένα χακι ανορακ, ένα τζιν παντελονι, πεντακαθαρα ματια και τα μαλλια και τα γενια του ηταν γκριζα και απεριποιητα.  Εγω παλι προσπαθουσα να καταλαβω αν εμενε στον δρομο ή αν απλα ειχε στο σπιτι του λιγοτερα λεφτα από οσα αξιζε το ένα βιβλιο που κουβαλουσα στην τσαντα μου και τα κερματα που περισσευαν στο πορτοφολι μου. Πηγαινε περα δωθε και κοιταζε το πεζοδρομιο κι εγω παρατηρουσα ακομα τις κινησεις του. Καποια στιγμη που απομακρυνθηκε πηρα το θαρρος να πλησιασω τα βιβλια του. Δεν προλαβαινα να διαβασω κανεναν τιτλο χωρις να με καταλαβει, μπορεσα μονο να δω ότι ο ενας σωρος ειχε στην κορυφη του έναν καταλογο του 2010 της Νεοσετ. Φανταστηκα ότι τα μαζευε για να τα πουλησει καπου.

Εβγαλα από την τσαντα μου το βιβλιο μου που το ειχα χωσει βιαστικα μαζι με την σακουλα του  περιμενοντας τον να γυρισει ξανα στο παγκακι. Θελησα να του την προσφερω, ισως  από ντροπη που τον ειχα κοιταξει πριν με την ακρη του ματιου μου. Ισως επειδη ειχε προσεξει το περιεργο υφος μου και μου αποδειξε πως ειμαι καχυποπτη. Του προτεινα λοιπον την μπλε πλαστικη μου σακουλα, και μου απαντησε με το βλεμμα του, σχεδον υποτιμητικα. Επειτα προσθεσε, δειχνοντας έναν τετραγωνο μεταλλικο καδο,ενσωματωμενο στην κολωνα του στεγαστρου. «Εχω σακουλες. Εσυ πετα αυτή τη μαλακια καλυτερα στην χαρτινη σακουλα που εβαλα εγω στον καδο, γιατι μας εχουν γαμησει με τα πλαστικα. Θα μας πνιξουν τα πλαστικα κοπελα μου. Εχουν γεμισει τον τοπο πλαστικα. Εγω κανω την βολτα μου, ψαχνω το κορδονακι μου, θα το βρω και θα δεσω τα βιβλια μου. Κι εσυ να χρησιμοποιεις χαρτι, όχι πλαστικο». Εμεινα και τον κοιτουσα, μπορεσα μονο να ψελλισω ότι ειδα πως εχει τοσα πολλα βιβλια και καπως θα επρεπε να τα κουβαλησει. Τουλαχιστον με ευχαριστησε στο τελος.

Μαθημα οικολογιας και υπερηφανιας στις τρεις το μεσημερι κι εγω εμεινα να κοιταζω τα πεσμενα φυλλα στο πεζοδρομιο. ηθελα μονο ένα τσιγαρο και να μην παρω το λεωφορειο, αλλα να καθισω μαζι του στο παγκακι. Μου γυρισε όμως πλατη κι εφυγε, τη στιγμη ακριβως που ειδα το λεωφορειο από μακρια να ερχεται. Ετσι σταθηκα ακομα μια φορα δειλη, ανεβηκα στο λεωφορειο κ εφυγα με την αδεια σακουλα στο χερι, μετρωντας τα κερματα στην παλαμη μου για το εισητηριο.

Αν του τα ειχα προσφερει, ημουν σιγουρη ότι θα μου τα πετουσε στα μουτρα και θα το ειχαμε ευχαριστηθει και οι δυο. Θα ηταν εν πάση περιπτώσει ένα ακομα βημα στην επικοινωνια με έναν ανθρωπο κι εγω θα επεστρεφα στο κεντρο της Θεσσαλονικης με τα ποδια.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Πιθανοτητες


Ισως, οι μερες δεν περνουν αδιαφορα
κι εγω κοιτω το πρωι την ξυλινη οροφη
με καποια προσμονη ή χαρα.

Ισως, μυριζω τα σεντονια
και θυμαμαι το χθεσινο βραδυ
δαγκωνοντας δειλα  τα χειλη μου.

Ισως, σε κοιταζω και νιωθω ομορφη
αγνη και μονη
χωρις να ψαχνω δικαιολογια

Ισως όλα αυτά να συμβαινουν
οταν μ’αφηνεις να σε ερωτευομαι.