Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012


Τις νυχτες αποκοιμιεμαι σαν παιδι
Κοιτωντας φωτακια που κρεμονται
Σε έναν παλιο φρεσκοβαμμενο τοιχο
Μετραω αναποδα τις λαμψεις τους
Κι ακομα δεν προλαβα να βρω τον αριθμο.

Βιαζομουν παντα να ανεβω εκεινη την σκαλα
Να κοιμηθω με την πλατη μου στο στηθος σου
Ν’αναπνεω  τη μυρωδια σου
Και δεν ειδες ποτε πώς κοιταζα τα χερια σου
Όταν με χαιδευες
Κι ουτε ποτε θα παψω να λυπαμαι
Που παλι τρομαξα κι επρεπε να φυγω.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Ηθελα να σου πω…



Αφησε τα ρε παιδι μου, όλα. 

Αφησε τα, ξεγραψε τα, κανε ένα φφφφου δυνατο κ πετα τα σαν σκονη από παλια βιβλια. Ακουσε οσα σου λενε οι νυχτες, το σωμα σου, αυτά που ονειρευεσαι όταν κοιμασαι, θυμησου αυτά που αρχισες να αγαπας εκεινο το απογευμα που καθισαμε απεναντι, πινοντας ζεστο καφε και κοιτωντας την θαλασσα. Φυσουσε, φυσουσε παρα πολύ, τοσο ακριβως οσο μ’αρεσει. Ημουν ελευθερη. Ενιωθα ένα τσιμπημα λιγο πιο κατω από το στομαχι και το στηθος μου δεν χωρουσε πιο πολλη ζωη.

Θελω να αφησω το δερμα μου σε μια γωνια και να φυγω από ‘δω, κουραστηκα να ακουω όχι, δεν θελω άλλο «κουραγιο», δεν θελω αλλα μιζερα μεσημερια να βρωμανε τσιγαρα, θελω να χαζευω την πολη από μακρια και να ζεσταινω τα ποδια μου στον ηλιο.

Θελω να χαμογελαω. Να μη φοβαμαι άλλο. Να ξερω πως μπορω, να μην φοβαμαι να ειμαι εγω. Θελω να με τραβανε τα ονειρα μου από τον γιακα της μπλουζας μου, να μην τα διωχνω με ψευτικα «μπορει αργοτερα». Θελω τωρα. Δεν θελω αργοτερα. Θελω αυτό που δικαιουμαι, τιποτα παραπανω από την ζωη μου. Αλλα ζωη από ‘κεινη που την στολιζεις με κορδελακια και με μικρουλικα τσιροτα. Όχι από αυτή με τα χοντρα σχοινια και τους επιδεσμους.

Θελω εκεινα τα λουλουδια της αμυγδαλιας που δεν προλαβα να κοψω πριν πεσουν. Εβρεχε συνεχεια, μερες κι εχασα τα λουλουδια. Εχασα τις πρωτες μερες της ανοιξης. Κ ο χαμος αυτος είναι ενας πολύ σοβαρος λογος δυστυχιας.

Εσυ εισαι καλα; Προσεχεις; Μιλησα πολύ παλι, αλλα το ηθελα. Με ξερεις πως ειμαι όταν αρχιζω να μιλαω. Πες μου για σενα. Φορας ακομα εκεινο το κορδονακι με τον σταυρο στον λαιμο; Γραφεις ποτε γραμματα που ξεχνας να στειλεις; Μυρισες κανενα λουλουδι προσφατα; Μου’ ταξες πως αυτή την Κυριακη θα εβγαινες να περπατησεις στην πολη, το εκανες;

Γραψε μου, θα περιμενω.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Οχτώ μερες


Οχτω μερες κενταω την σιωπη μου
Να μην ακουγεται τι κανω
αν ονειρευτηκα χθες βραδυ
ή αν εφυγα κρυφα για ‘κεινα τα λιμανια
που σχεδιαζα σε χαρτινες σελιδες
όταν ημουνα παιδι.
Οχτω μερες ματωνω τις παλαμες με τα νυχια
διαβαζω χαρτες
σκαλιζω ξυλινα φεγγαρια στο κομοδινο
 υπολογιζω τα αστερια στο ταβανι
μα δεν γραφω γραμματα
που λενε αντιο σ’ αγαπημενους
γιατι καποτε μου’πανε πως
οι αποχαιρετισμοι είναι για ‘κεινους
που επιστρεφουν στην ελπιδα.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Απλά για να ξέρεις...


Διάολε, πάρε ό, τι θες, κάνε ό, τι θες, τουλάχιστον τα βράδια το χώμα μυρίζει άνοιξη…

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012


Όταν η αγάπη σωπαίνει
Δεν είναι πως εγκατέλειψε,
Μα στέκει παράμερα
και  περιμένει εσένα να μιλήσεις.
Μην την παρηγορείς
Άσ’ την να κλάψει
Για ‘κείνα που δείλιασες
Άφησε να θαυμάσει τις άδειες μέρες
Άσε να τρέξει πάνω σου με την βροχή.
Μην κυνηγάς εκείνους που δανείστηκαν
Ούτε τους άλλους που την χάρισαν.
Ασ’ την αγάπη όταν σωπαίνει
Να περπατά αργά πάνω στα βήματά σου.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Μικρο αστικο ημερολογιο #10#




Εντος σπιτιου, με τον φεγγιτη να περιμενει. Μικρο αστικο ημερολογιο, στις τελευταιες σελιδες. Σελιδες χωρις φαντασια αυτή τη φορα. Ξεφυλλιζω χρονια τα ιδια λογια, ειπωμενα από διαφορετικους ανθρωπους, με ξεχωριστες φωνες. Στεκομουν πριν και κοιτουσα γνωριμα προσωπα, βλεμματα που εχουν κοιταξει τα ιδια μερη με μενα, χερια που εχουν αγγιξει τα ιδια πραγματα, που τα εχω αγγιξει εγω . Όσο γελασαμε, τοσο ακομα ζησαμε και η υπολοιπη ζωη μας περιμενει εκει, λιγακι παραπερα. Ο, τι πιο αγνο εχω να χαρισω, είναι οι λεξεις στο χαρτι, δεν εμαθα να δινω περισσοτερα, δεν ξερω να χαριζω απλοχερα. Χαρτια γραμμενα και αγαπη μονο. Αγαπη πολλη που πηρα κι εδωσα. Και πορευτηκα ομορφα ως τωρα.
Αν ειχα ένα χρωμα για κάθε φορα που εβγαινε ενας από μας από την εξωπορτα, και σχεδιαζα τις διαδρομες, θα ειχαμε φτιαξει την πιο πολυχρωμη πολη. Θα ειχαμε αποτυπωματα από τραπεζακια με ροδες που σερναμε στα πεζοδρομια και γελουσαμε, αποτυπωματα από ποδια που κουβαλανε πιατα με φαγητα, τα οποια διαφερουν αρκετα από τα αποτυπωματα του κρασιου. Θα ειχε κι αλλα βηματα, που θα περνουσαν από πανω ροδες από βαλιτσες κι αλλα με σημαδια από μελανι και γραμματα που παραπεσαν. Βηματα με μπαλονια στο χερι, δωρα, ομπρελες, βηματα που συναντιουνται σε καποια γωνια, δινουν ένα φιλι κι επειτα προχωρουν χερι χερι.. Βηματα που εκλαιγαν, κι αλλα που τραγουδουσαν. Κι εκεινα που προχωρουσαν μαζι, αλλα τελικα σε μια στροφη άλλο πηγε ευθεια κι άλλο εστριψε. Βηματα που οδηγουν σε λεωφορεια, σε σταθμους, σε σπιτια.
                Μονο που χαθηκα. Κραταω τον χαρτη της πολης και είναι αχρηστος. Όχι, δεν ανακαλυψα οσα θα μπορουσα, μα εμαθα οσα χρειαστηκα και τωρα πρεπει να τον διπλωσω και να τον βαλω στην τσαντα μου, με όλα του τα σημαιακια και τις διαδρομες. Γιατι αγορασα καινουργιους, αγραφους. Δηλαδη λευκες κολλες χαρτι, χωρις περιγραμματα και ακτογραμμες. Κι εχω και μαρκαδορους, για να ζωγραφισω. Πρεπει να ζωγραφισω περιπου εξι με εφτα διαφορετικες πολεις συν δυο τρεις χωρες, και ακομη τις διαδρομες από και προς την κάθε πολη και χωρα, δηλαδη συνολικα, χρειαζομαι μπλε για τις θαλασσες, καφε για τα βουνα, πρασινο για τους καμπους, και γκρι, πολύ γκρι για τα κτιρια των πολεων. Κι επειτα πρεπει να φτιαξω μικρα ημερολογια για να τα χαρισω, να γραφουμε, να μην ξεχναμε. Υποθετω λοιπον πως αυτό γινεται συνηθως. Όταν τελειωνει ενας χαρτης, πρεπει να φτιαξεις έναν καινουργιο. Πολλους καινουργιους.
                Χαρτες λοιπον, πολλους, που θα δανεισεις, που θα σε βοηθησουν αλλοι να σχεδιασεις, που θα τους μουτζουρωσουν, που δεν θα μοιαζουν σε τιποτα με τους προηγουμενους. Θα είναι μονο η συνεχεια των προηγουμενων. Και καποτε θα γεμισουμε έναν τοιχο ολοκληρο με μικρογραφιες από τις διαδρομες μας, με μικρα μικρα σημαιακια σε κάθε καινουργιο φιλι και κάθε μεγαλη αγκαλια, σε κάθε στιγμη που καναμε λαθη και μετα τα σβησαμε με μια καινουργια γραμμη, με άλλο χρωμα. Να διωξουμε τον φοβο τωρα. Και να κανουμε ένα βημα ακομα, γιατι δεν γινεται αλλιως.
                Κλειδωσε την πορτα, το μαξιλαρι μου κρατησε το εσυ να κοιμασαι, -ναι θα πινουμε καφε το απογευμα και θα τα λεμε- οχι, δεν θα σταματησω να βραζω λαχανικα που βρωμανε- μήπως εστειλε η γιαγια σοκολατακια;-  σου ειπαδεν αργω, σε μιση ωρα θα τα πουμε στο γνωστο μερος- ποσο κρυο κανει παλι αποψε…Μη φοβασαι, εγω εδώ ειμαι… Οι σελιδες είναι ακομα λευκες και περιμενουν. Τελικα κλειδωσες;

                

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Μικρο αστικο ημερολογιο #9#





Κρυο, κρυο, κρυο, διαολεμενο κρυο. Μπαινει από τα κεραμυδια, από τα ξυλα της σκεπης, από το καημενο παραθυρο της οροφης, από τις χαραμαδες της πορτας, παγωνει τα δαχτυλα όταν πληκτρολογω, την μυτη μου, τις πατουσες μου, οσες καλτσες κι αν φορεσω, τρυπαει τα μποτακια μου όταν περπαταω, μπλεκεται στα μαλλια μου. Βουλιαζω μεσα στο κρυο κι αναπνεω μεσα σ’αυτό.

Περπαταω ακομα στους δρομους ασκοπα όπως συνηθιζα, κανω κυκλο για να φτασω εκει που θελω, ξεχωριζω αρωματα, για να τα κρατησω μαζι μου. Την μυρωδια του καφε, το κρεμυδι που τηγανιζεται, τα πεσμενα φυλλα στο χωμα εξω από την αυλη, τον διαδρομο της πολυκατοικιας, την μουχλα στις υπογειες αιθουσες. Κραταω τις οικιες μυρωδιες των ανθρωπων μου, το μαλακτικο στα μαλλινα, τη μυρωδια της αγκαλιας, τη γευση των φαγητων τους. Αγγιζω, να θυμαμαι πώς μοιαζει η υφη των μαλλιων τους, το δερμα τους, χαιδευω τα χερια τους.

Κραταω στα χερια μου τετραδια, μολυβια, βιβλια, αποξηραμενα λουλουδια και ζωγραφιες, γραμματα που δεν σταλθηκαν ποτε, χαπια που τελειωσαν, σακουλακια καπνου ξεχασμενα στο συρταρι, μπουκαλια που αδειασαν. Θα τα ξαναγεμιζα για να τα ξαναπιω με τον ιδιο τροπο, στις ιδιες στιγμες.

Εχω φυγει, πριν αφησω την πολη και δεν θα αφησω ποτε την πολη αν δεν φυγω. Τα’διωξα εκεινα που επρεπε, και καθονται σε γωνιες και με παρατηρουν. Κρυβονται σε θεατρα, σινεμα, στα σκαλακια του λιμανιου, στις εξοδους της πολης, μερικα τετραγωνα κατω από την σκεπη μου, σε μπαρ και ταβερνες, σε παρκα, σε σπιτια που αδειασαν. Ή γεμισαν. Τους κλεινω το ματι και φευγω μακρια τους. Σπουδαια πραγμα να μην φευγεις από αναγκη. Και να μην γυρνας από αναγκη.

Θα κλεισω, μεσα σε αγχος και χαδια, σε λογια που δεν λεγονται γιατι είναι εκει και μας κοιτανε, ξερουν. Θα χωνομαι κατω από κουβερτες κ παπλωματα, αναμεσα στα μαξιλαρια, με αναπνοη σταθερη, σε υπνους ησυχους και ζέστη, ζέστη, ζέστη. Γλυκυτατη, ησυχη ζέστη.