Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011


Χρειάζομαι λίγο πάθος
Κάθε φορά που μια νύχτα τελειώνει
Με ματωμένα τα χείλη,
Για να μπορέσω να αντέξω την επόμενη αυγή.

Μου λείπει εκείνο το είδος του πάθους
Που θα με εθίσει σε κάτι ιδεατό,
Κάτι που θα μου θυμίσει τη ζωή.

Δεν φτάνει ένα δαχτυλίδι καπνού
Να αιωρείται πάνω από το σώμα μου
Ή η ζάλη της μέθης.

Χρειάζομαι λίγο πάθος
να ζεστάνει το μυαλό μου, 
Μόνο αυτό.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011


Αν είναι λοιπόν να πενθήσω
Για τους έρωτες που έθαψα
Θα το κάνω ευχαρίστως
Με την ίδια υπομονή που ευχόμουν
Να κοιμηθεί η θλίψη μου.
Κάθε βράδυ θα πλαγιάζω
δίπλα σε κάποιο σώμα ξένο
διάτρητη από την ανάγκη
να νιώσω την φορμόλη της ανάσας του
να με καθησυχάζει.
Μόνο που δεν ξέρω πώς
Να διώξω εκείνες τις ενοχές
Για το πιστόλι
Που κουρνιάζει στο μαξιλάρι μου.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο #6#


Το μεσημερι της Κυριακης κατηφοριζα τη Δωδεκανησου για να παρω λεωφορειο. Ειχα τελειωσει από μια ακομη ματαια προσπαθεια να στηριξω με καποιον τροπο τον εαυτο μου, αγοραζοντας βιβλια και ψαχνοντας δουλεια.

Σταθηκα κατω από ένα δεντρο, διπλα σε μια σταση να περιμενω. Οι κινησεις μου όταν βλεπω κατι μη οικειο ή λυπηρο που μου προκαλει ενδιαφερον είναι σχεδον σπασμωδικες και συνηθισμενες. Κραταω αρκετη αποσταση και κοιταζω με την ακρη του ματιου μου. Στο παγκακι της στασης καθοταν ενας αντρας περιπου στα πενηντα πεντε, με δυο στιβες βιβλια διπλα του. Εγω στην αποσταση μου, κοιταζα αυτή τη φορα μια βιτρινα απεναντι που λειτουργουσε σαν καθρεφτης και ακουσα τον αντρα να μου φωναζει: «Κυρια!» «Κυρια, αν θελετε να καθισετε εχει χωρο, δεν χρειαζεται να στεκεστε τοσο μακρια». «Όχι, ευχαριστω, του απαντησα, καθομουν τοση ωρα.» «Ναι, καλυτερα, να ξεμουδιασετε και λιγο, δεν κανει να καθομαστε πολύ» ειπε, σχεδον μιλωντας στον εαυτο του.

Για μια φορα ακομη, ειχα πει ψεματα και ημουν φοβισμενη. Αρχισα φανερα να τον παρατηρω αλλα δεν μου εδινε σημασια. Ακομη μια ηττα. Προσπαθουσε να δεσει τη μια στιβα με τα βιβλια του με ένα πλαστικο κορδονι, αλλα δεν εφτανε και εψαχνε κατι άλλο να το προεκτεινει. Φορουσε ένα χακι ανορακ, ένα τζιν παντελονι, πεντακαθαρα ματια και τα μαλλια και τα γενια του ηταν γκριζα και απεριποιητα.  Εγω παλι προσπαθουσα να καταλαβω αν εμενε στον δρομο ή αν απλα ειχε στο σπιτι του λιγοτερα λεφτα από οσα αξιζε το ένα βιβλιο που κουβαλουσα στην τσαντα μου και τα κερματα που περισσευαν στο πορτοφολι μου. Πηγαινε περα δωθε και κοιταζε το πεζοδρομιο κι εγω παρατηρουσα ακομα τις κινησεις του. Καποια στιγμη που απομακρυνθηκε πηρα το θαρρος να πλησιασω τα βιβλια του. Δεν προλαβαινα να διαβασω κανεναν τιτλο χωρις να με καταλαβει, μπορεσα μονο να δω ότι ο ενας σωρος ειχε στην κορυφη του έναν καταλογο του 2010 της Νεοσετ. Φανταστηκα ότι τα μαζευε για να τα πουλησει καπου.

Εβγαλα από την τσαντα μου το βιβλιο μου που το ειχα χωσει βιαστικα μαζι με την σακουλα του  περιμενοντας τον να γυρισει ξανα στο παγκακι. Θελησα να του την προσφερω, ισως  από ντροπη που τον ειχα κοιταξει πριν με την ακρη του ματιου μου. Ισως επειδη ειχε προσεξει το περιεργο υφος μου και μου αποδειξε πως ειμαι καχυποπτη. Του προτεινα λοιπον την μπλε πλαστικη μου σακουλα, και μου απαντησε με το βλεμμα του, σχεδον υποτιμητικα. Επειτα προσθεσε, δειχνοντας έναν τετραγωνο μεταλλικο καδο,ενσωματωμενο στην κολωνα του στεγαστρου. «Εχω σακουλες. Εσυ πετα αυτή τη μαλακια καλυτερα στην χαρτινη σακουλα που εβαλα εγω στον καδο, γιατι μας εχουν γαμησει με τα πλαστικα. Θα μας πνιξουν τα πλαστικα κοπελα μου. Εχουν γεμισει τον τοπο πλαστικα. Εγω κανω την βολτα μου, ψαχνω το κορδονακι μου, θα το βρω και θα δεσω τα βιβλια μου. Κι εσυ να χρησιμοποιεις χαρτι, όχι πλαστικο». Εμεινα και τον κοιτουσα, μπορεσα μονο να ψελλισω ότι ειδα πως εχει τοσα πολλα βιβλια και καπως θα επρεπε να τα κουβαλησει. Τουλαχιστον με ευχαριστησε στο τελος.

Μαθημα οικολογιας και υπερηφανιας στις τρεις το μεσημερι κι εγω εμεινα να κοιταζω τα πεσμενα φυλλα στο πεζοδρομιο. ηθελα μονο ένα τσιγαρο και να μην παρω το λεωφορειο, αλλα να καθισω μαζι του στο παγκακι. Μου γυρισε όμως πλατη κι εφυγε, τη στιγμη ακριβως που ειδα το λεωφορειο από μακρια να ερχεται. Ετσι σταθηκα ακομα μια φορα δειλη, ανεβηκα στο λεωφορειο κ εφυγα με την αδεια σακουλα στο χερι, μετρωντας τα κερματα στην παλαμη μου για το εισητηριο.

Αν του τα ειχα προσφερει, ημουν σιγουρη ότι θα μου τα πετουσε στα μουτρα και θα το ειχαμε ευχαριστηθει και οι δυο. Θα ηταν εν πάση περιπτώσει ένα ακομα βημα στην επικοινωνια με έναν ανθρωπο κι εγω θα επεστρεφα στο κεντρο της Θεσσαλονικης με τα ποδια.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Πιθανοτητες


Ισως, οι μερες δεν περνουν αδιαφορα
κι εγω κοιτω το πρωι την ξυλινη οροφη
με καποια προσμονη ή χαρα.

Ισως, μυριζω τα σεντονια
και θυμαμαι το χθεσινο βραδυ
δαγκωνοντας δειλα  τα χειλη μου.

Ισως, σε κοιταζω και νιωθω ομορφη
αγνη και μονη
χωρις να ψαχνω δικαιολογια

Ισως όλα αυτά να συμβαινουν
οταν μ’αφηνεις να σε ερωτευομαι.

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Γραμμα στον Σκορδα


Με εχεις φτιαξει ακριβως οπως θες και μου μιλας αλλα εγω δεν ειμαι σιγουρη ποια ειμαι. Περιεργο ε;

Οι ανθρωποι ακομα ερωτευονται και μισιουνται. Κι εγω το ιδιο. Αν κ δεν μπορω να μισησω. Μονο στριβω κανενα τσιγαρο και σου γραφω κανενα παραπονο για τους εραστες που δεν γνωρισες, αλλα θα ηθελες να το κανεις, για να εχεις κατι να γελας. Παντα ετσι θα ειναι και πρεπει να το αποδεχτεις χωρις να θλιβεσαι.

Κιλα αλκοολ νερωμενου, σκετου, με παγο, χωρις παγο, απο κουτια, απο μπουκαλια, ποτηρια, χουφτες και στοματα. "Θα πιουμε;" "Οχι, θα σε κερασω εγω μια κοκα κολα κι ας κανει κακο στο στομαχι".
Μετα να τυλιξουμε με γαζες τα χερια μας να μην τρομαξουν οι αυτοχειρες. Γιατι τα χερια μας ξερεις κανουν πολλα. Κυριως παιζουν μουσικη στο πληκτρολογιο.

Αν κι εσυ δεν εισαι μουσικος, ποιητης εισαι και γραφεις στιχους. -Νομιζω σπουδαιος ποιητης- και δεν μπορεις να το καταλαβεις. Ή το εχεις καταλαβει και περιμενεις να κανεις τον γυρο του θριαμβου σου ατενιζοντας το χαος, αφου εκδοθεις. Οι αγαπες που σε ξεχασαν απο κατω θα χειροκροτουν βουρκωμενες και θα φωναζουν "ηρωας! ηρωας!" κι εσυ επειτα θα κανεις βολτες με ενα μπουκαλι ανθρακουχο νερο να σου γαργαλαει τα μουσια προσποιουμενος πως δεν ξερεις.

Θα μου πεις τωρα μια ιστορια μεχρι να ραψω καλυτερα τα κουμπια απο το παλτο μου;

Ιωσηφινα 

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011


«Αμα εχεις τοσο θρασος, να το  ξερεις, είναι πολλα αυτά που δεν θα μαθεις».

Ενας καποιος το ειπε σε μια καποια κι εφυγε. Κι εκεινη ειπε «καλα» χωρις να το σκεφτει. Ουτε προκειται. Αν ημουν λιγοτερο ηρεμη μπορει και να χαλουσε το βραδυ μου, αλλα τελικα ενοχληθηκα μονο για μερικα λεπτα. Γιατι ειχε δικαιο εκεινος, το εβλεπα στα ματια του σκυλιου που τον ακολουθουσε και περιμενε στωικα παραμερα οση ωρα μιλουσε. Τωρα μου φαινεται απλο κι ευκολονοητο.

Ισως γιατι τα βραδια κοιμαμαι παντα μονη. Από συνηθεια. Αποκαμωμενη από οσα με ξοφλησαν κι από οσα προκαλεσα. Παλιοτερα υποψιαστηκα πως ειχα παρεα, αλλα τελικα κι αυτή μου η υποψια μού συστηθηκε λιγο καιρο μετα ως φαντασια. Από μια μερια είναι καλυτερα, γιατι δεν ακολουθουν ευκολα οι αλλοι ως εκει. Βρισκεις μια σχετικη ησυχια.

Δεν θα καταλαβουν αν τους πω γιατι κλαιω ή τι είναι το δεντρο εκεινο . Δεν ξερουν αν αρνηθηκα να αφησω το αιμα μου στα λευκα πλακακια επειδη δειλιασα ή επειδη τους λυπηθηκα που μετα θα επρεπε να καθαρισουν. Δεν ξερουν ποιον και πώς αγαπαω και είναι καλυτερα. Δεν ξερουν.

Οι ανθρωποι που σε σπρωχνουν να ζησεις είναι καταραμενοι. Καταραμενοι να τους αγαπας παντα. Να βαζεις τη γλωσσα σου μεσα στα χειλη τους αργα καποιο βραδυ ή να αφηνεις να φιλανε τα δαχτυλα σου. Να κλαις για εκεινους επειδη φοβασαι πως μια μερα θα πεθανουν και δεν θα εχουν προλαβει να δουν κατι που φανταζεσαι πως θα τους αρεσε. Κι ας μην εισαι εκει κοντα. Κι από ποτε διαολε η αγαπη να εγινε καταρα; Αν ολη η ελευθερια βρισκεται μεσα σε μια αγαπη γιατι οι πιο πολλοι ξεμενουν διπλα σε μια γλαστρα με έναν ξερο βασιλικο;

Θα επρεπε να φυσαμε χρυσαλιφουρφουρα και να τα κοιταμε πώς πετανε. Γιατι αυτά φευγουν με τον αερα όταν εγω φοβαμαι πως παλι κανω λαθος, όταν εσυ δικαιολογεις εκεινη που δεν ερχεται, όταν αυτος αρνειται να δει πώς φωτιζουν τα παιχνιδια στο σκοταδι, όταν εκεινη κλαιει για το μωρο που δεν γεννησε. Πετανε, δεν μπορουν να κανουν αλλιως, όταν ζηταω ένα φιλι μεσα στη νυχτα κι όταν ακουγεται ένα «εγω σ’αγαπαω πολύ», πετανε ετσι κι αλλιως. Ενώ εμεις μενουμε εδώ να αναρωτιομαστε τι φταιει, να υποθετουμε πως το βρηκαμε και να επιβεβαιωνουμε ματαια ο ενας στον αλλον πως γνωριζομαστε.

Ειμαστε ολοι από δω, αλλα δεν ειμαι εδω. Κατω από την καρεκλα μου ηρθε για μια στιγμη και καθισε μια γατα. Κοιταζομασταν στα ματια για ωρα. Θα ορκιζομουν πως καταλαβαμε η μια την άλλη γιατι δεν καθισε πολύ. Εφυγε.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Νυχτερινες φτωχιες

Εξωτικο αλκοολ 
σε μαυρους πλαστικους σωληνες

χερια δανεικα 
λεξεις μισες

οι αυτοχειρες ελπιζουν 
να λειψουν σε καποιον 

οι γατες κοιμουνται παντα 
στο χαλακι της εξωπορτας 
γλυφοντας τις πληγες 
πισω απο τα αυτια τους 

ο "ξενος" με μια τσακισμενη σελιδα 
στο μυαλο του 
περιμενει μια γυναικα 
να του χαιδεψει την αναγκη

και τα ψιλα αποψε δεν φτανουν
για να πεις  
ουτε μια καληνυχτα.