Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Το μέτρημα....



Κάποιες φορές αυτό που σε διαλύει πρέπει να εξαφανίζεται. Από την ζωή σου, όχι από την ζωή. Κάποιες φορές η επιλογή ανήκει πια στα χέρια σου, στο επόμενο σκαλί πρέπει κάτι να κρατήσεις και κάτι να αφήσεις.
Είδα ανθρώπους να ρουφάνε ζωή απ’ την ζωή των άλλων, να εξαφανίζουν προσωπικότητες, να απαιτούν τίτλους και τιμές, να παζαρεύουν στιγμές και αλήθειες για να νιώσουν ευτυχισμένοι. Είδα κι άλλους ανθρώπους να συμβιβάζονται με αυτό. Να δέχονται. Να δίνουν, να στέκονται. Πολλές σχέσεις, πολλοί άνθρωποι.
Στη μια μεριά οι ελλιπείς, στην άλλη οι ανολοκλήρωτοι. Μπερδεμένοι κι αχώριστοι, σαν να έπρεπε ο ένας να τραβάει τον άλλον κάτω. Ευτυχισμένοι και δυστυχισμένοι σε πλάστιγγες, για μια στιγμή ή μια αιωνιότητα. Οι ελλείψεις του ενός, να γίνονται το βάσανο του άλλου. Τα φορτία του ενός, να γίνονται φτερά του άλλου. Κι έτσι οι σχέσεις να προχωράνε, χρόνια και χρόνια. Και οι κραυγές δεν ήταν κραυγές, αλλά σιγή ιχθύος.
Κάποια στιγμή λοιπόν, στην πορεία της ολοκλήρωσης, και σ’ αυτήν την αναζήτηση της ρημάδας της ευτυχίας, καθένας πορεύεται με τον εαυτό του. Κι επιλέγει, πάντα σύμφωνα με τα προεπιλεγμένα του. Σύμφωνα με αυτά που υπάρχουν ή που δεν υπάρχουν, πράττει ή αφήνει να περάσουν οι μέρες άπραγες. Σ’ αυτή την επιλογή λοιπόν, έρχεται η κρίση. Ποιος δέχεται να ευτυχήσεις; Ποιος δέχεται να μην είσαι το δεκανίκι του; Για ποιον εύχεσαι ευτυχία και υπό ποιες προϋποθέσεις; Κι όμως… Λάθος ερώτηση. Η ευτυχία δεν έρχεται με προαπαιτούμενα. Δεν ορίζεις απαραίτητα εσύ την ευτυχία τους, δεν συμβάλλεις σ'αυτή. Γιατί ίσως να μην πρέπει, ίσως να είσαι ανίκανος να το κάνεις, ίσως απλά να μην το αντέχεις. Θα ήταν ωραίο όμως να έχεις την ευτυχία τους για ευχή, χωρίς να παλατζάρεις την δική σου.Η αγάπη δεν είναι ζύγι, τόσα δίνω, τόσα παίρνω. Οι άνθρωποι της ζωής σου πρέπει να είναι ευτυχισμένοι. Όπως ευτυχισμένος πρέπει να είσαι κι εσύ. Χωρίς να πατάς επί πτωμάτων, χωρίς να απαιτείς, χωρίς να θυμώνεις. Να είσαι ευτυχισμένος μέσα σου. Ελεύθερος μέσα σου.  Πρώτα μόνος κι έπειτα με όλους τους άλλους. Καθένας έχει τον δρόμο του και τα δεσμά του. Αυτά σπάει και μ’ αυτά πορεύεται.
Και καθένας, έχει το δικαίωμα να σου κλείσει την πόρτα στα μούτρα, όταν πια έχει κουραστεί να μην παίρνεις από λόγια. Δικαιούται. Δεν δικαιούται να σου «δώσει ένα μάθημα», ούτε να σου «δείξει». Δικαιούται να αναζητήσει τον δρόμο του και να ελπίζει, έστω και μάταια, πως πλάι του θα υπάρξουν εκείνοι, που θα θεωρούν ευλογία τους προσωπικούς δρόμους και δεν θα συγκρίνουν τους εαυτούς τους, δεν θα ζηλεύουν. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα, κι άνθρωποι μόνο άγιοι δεν είναι.Δεν έχει κανείς δικαίωμα να παρέμβει σε τίποτα άλλο . Οφείλει και ο ένας, και ο άλλος, να στέκονται εκεί. Αξιοπρεπείς, όρθιοι, να ακουμπάνε στις λύπες, να γλεντάνε στις χαρές. Να σέβονται και να μιλάνε ευθέως.
Οι σχέσεις αυτές είναι. Η αγάπη αυτή είναι. Δεν υπάρχουν πολλά είδη. Μόνο προσφέρεις. Και στους αγαπημένους μας, η ευτυχία είναι μονόδρομος.  Σου δίνω μια δεκάρα, αν μετρήσεις στην ζωή σου πάνω από έναν ή δύο που να χαίρονται μ'αυτή, όταν δεν τους περιλαμβάνει. Ή που να καμαρώνεις εσύ την δική τους. Αντέχεις το μέτρημα;

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Καθώς δεν είχα φίλους…




Καθένας μας υπολογίζει την απόσταση από τα άστρα
για να διαλέξει αν φοβάται να τα αγγίξει
μα δεν υπάρχει άνθρωπος να αποφασίσει τα όρια
μήτε  Κήπου του, μήτε του ουρανού,
του φίλου, του αδερφού ή του εχθρού.

 Κι εγώ που γυρεύω να βρω  την αιώνια μίμηση
δεν έχτισα ούτε πέτρα από κάποιον παράδεισο
κι ούτε κάστρο μου δόθηκε, ούτε ουρανός
να κρύψω το κεφάλι μου από κάτω, ένα σύννεφο.

Όποιον φίλεψα, ακόνισε μαχαίρια
όπου ξάπλωσα, μου πόνεσαν την πλάτη
στην ματαιότητα είχαν όλοι χαρίσει από κάτι.

Έτσι λοιπόν, πορεύτηκα μόνη.
Καθώς δεν είχα φίλους, είχα την ποίηση.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Κάτι σαν μικρό αστικό ημερολόγιο....



Τον τόπο που ζεις, τον αγαπάς εκτός από άλλους ευφάνταστους λόγους, για τους ανθρώπους του. Αυτοί είναι που σε κάνουν να θες να ζεις εκεί ή να γυρνάς εκεί. Υπάρχει όμως κι εκείνη η περίπτωση να αγαπάς τον τόπο σου επειδή λαχταράς να τον  δείχνεις στους φίλους που έρχονται από μακριά. Και πρέπει να καταβάλλεις προσπάθεια για να τους δείξεις πως έχεις μια κάποια ζωή, και πως συχνάζεις σε κάποια μαγαζιά και πως ετούτη την παραλία την έχεις περπατήσει στο μήκος της αμέτρητες φορές. Και τώρα θέλεις να την περπατήσεις μαζί τους, για να δουν πώς είναι εδώ που ζεις. 

Έχω τρεις φίλες, διασκορπισμένες στην ίδια χώρα. Έχω την ευλογία να έχω τρεις φίλες που μπορώ να τις πάρω τηλέφωνο οποιαδήποτε στιγμή της μέρας και να τους πω οτιδήποτε. Και να ξέρω πως θα χαρούν όταν χαίρομαι και θα με παρηγορήσουν σαν να άνοιγαν την αγκαλιά τους όταν το θέλω. Μα έχω την δυστυχία να απουσιάζω από την καθημερινότητά τους. Έχω την ευλογία να θέλω να δείξω σε τρεις δικούς μου ανθρώπους τον τόπο που ζω, χώρια τους πια. Και να με κάνουν να τον αγαπώ και να θέλω να τον γνωρίσω καλύτερα, για να μπορούν τις επόμενες φορές που θα έρθουν, να τον νιώσουν πιο κοντά τους. Τα κοινά σημεία αναφοράς βρίσκονται σε ένα κοντινό και θολό παρελθόν. Και πρέπει να ξέρεις να διαμορφώσεις τα καινούργια. 

Διατηρείται μόνο ένα κοινό σημείο. Η μοιρασμένη ευτυχία. Που όσο κι αν εξελίσσεται καθεμιά από εμάς, μπορούν οι υπόλοιπες να καμαρώνουν σαν να είναι δική τους εξέλιξη. Κι αυτό κάνει κύκλους και αλυσίδες και προχωράει. Από την άλλη, λείπουν τα πρόσωπα που πλαισιώνουν την καθεμία ξεχωριστά, είναι άγνωστα. Αλλά υπάρχει εκείνη η καλά φυλαγμένη οικειότητα που καθησυχάζει και όλα τα κάνει λίγο πιο υποφερτά. 

Το κείμενο αυτό δεν αφορά ίσως κανέναν, εκτός από εμάς τις τέσσερις. Ξέρω πως πιθανότατα είναι αδιάφορο. Αλλά πρόκειται για τρεις υπέροχες γυναίκες, που χαρακτηρίζονται από τρεις απλές λέξεις: «Οι φίλες μου». Και στον μικρόκοσμο του καθενός, είναι αυτού του είδους οι άνθρωποι που έχουν σημασία, έστω κι αν απέχουν μια ολόκληρη ζωή.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Η προσμονή μιας κάποιας Πηνελόπης


Θα ξυπνάς σε μαύρα στρώματα που τρέφαν
τις ελπίδες ένα βράδυ μοναχά
για να ζήσουν ίσως ένα πρωινό
ανυπάκουες, φρούδες, πένθιμες.

Του εκείνου τότε πίστεψες τα λόγια
κι ο εκείνος ήταν ένας και μοιραίος
φοβισμένος τότε άντρας και φαντάσου
ο πατέρας, φίλος, άντρας, αδερφός.

Και λοιπόν, πιστή εσύ η Πηνελόπη
θα κεντάς, θα στέργεις μαύρη κι ακριβή
τα μικρά σου όχι, λίγα και φτωχά σου ναι
θα σωπαίνεις πρώτη, δεύτερη θα ζεις.

Και θα γράφεις λέξεις πάνω σε χαρτί
να προσμένεις κάποια δήθεν σωτηρία
από αυτούς που χρόνια τώρα καρτερείς
ανυφάντρα μοίρας, κάλπικης ζωής.


(Από την ποιητική συλλογή Φως Αμάραντο)

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Μικρό αστικό ημερολόγιο από την ανάποδη...



Στην Πιε, που μου θύμισε και στους
υπόλοιπους που τους θυμάμαι...

Οι φίλοι μου μου στέλνουν ακόμα ραβασάκια την άνοιξη. Από εκείνα που πονάνε, που λένε «θυμάσαι;». Από εκείνα που όταν απαντάς «θυμάμαι», ξεδιπλώνεται μπροστά σου ένα σύμπαν…
Οι πρώτες φράουλες στο μπαλκόνι, μαζί με έναν κουβά παγωτό και τα πρώτα βερίκοκα, τα λικέρ και το κρασί σε άλλο μπαλκόνι, το παράθυρο που έμενε ανοιχτό μέχρι να πέσεις για ύπνο ξημερώματα και έφερνε τη μυρωδιά από φρεσκοψημένο ψωμί. Από εκείνα που θυμίζουν την πλακόστρωτη κατηφόρα με τα γιασεμιά και την πέτρινη εκκλησία και σε κάθε γωνιά να αλλάζει και ο ήχος και τα αρώματα.
Εκείνα τα ραβασάκια θυμίζουν τρεχάλες μέσα στα σπίτια και αγκαλιές τεράστιες και τηλέφωνα αργά μέσα στην νύχτα που δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο από ένα «να έρθω;» «έλα!»… Και οι βόλτες με φτηνό αλκοόλ και καφέ και το ατέλειωτο περπάτημα που σε έβγαζε πότε στην παραλία και πότε στα κάστρα να κοιτάς το χάος της πόλης που έσβηνε. Και τα άλλα βράδια που απλά δεν γινόταν να επιστρέψεις σπίτι γιατί η πόλη ήταν μια αγκαλιά και οι άνθρωπο όμορφοι, θεέ μου τόσο όμορφοι και οι φίλοι ομορφότεροι.
Και λείπουν αυτά και όλοι μοιραστήκαμε σε πόλεις που μοιάζουν οικείες από όταν ήμασταν παιδιά αλλά δεν είναι ακριβώς δικές μας. Και οι φίλοι μας έγιναν αραιά τηλέφωνα που πάντα ξεκινούν με ένα «πού είσαι; Σε έχασα…» και κλείνουν με ένα «μου λείπετε όλοι…» Και τα κενάκια αυτά τα μικρούλια δεν γεμίζουν γιατί στην πραγματικότητα ήταν όλη μας η ζωή. Όχι η πόλη, μα αυτή η τεράστια αγκαλιά που μας έδειξε να ζούμε κάτι παραπάνω.
Οι μέρες αυτές λοιπόν πάντα θα μυρίζουν άνοιξη και θα έχουν τα χρώματα από τα μαλλιά των ανθρώπων μας και άρωμα από τα σπίτια τους που ήταν πάντα ανοιχτά να μας χωράνε μέσα ξυπόλητους κι ευτυχισμένους. 

Γιατί κάπου συμβαίνει το ίδιο...
http://www.lifo.gr/lifoland/you-send-it/25066

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Η Μελένια


Γέμιζε την αγκαλιά της, τα χέρια και τα μαλλιά της με κρίνα διάφανα, φυτρώνανε πάνω της σαν απαλό χνούδι. Τα πότιζε, τα σκάλιζε, τα καλημέριζε κάθε πρωί με περισσή ανάσα κι έπειτα, ξαφνικά, έδινε μια με τα νύχια της, άλλη μια με τα δόντια της και τα έκοβε από πάνω της, τα ξερίζωνε, τα μαδούσε, να μην την ακουμπάνε, να μην τα μυρίζει. Έπειτα πλενόταν και έβγαινε από το σπίτι καθαρή και ματωμένη να συναντήσει καινούργιες μέρες.

Συνέχεια. Ξανά και ξανά. Πότε το δικαιολογούσε με ανασφάλειες και φόβους, πότε με την πορεία που όφειλε να πάρει στο ταξίδι της ζωής, πότε με επιλογές, πότε με ελευθερίες, πότε με δειλίες, πότε με ανάγκη. Έπαιρνε ένα τρένο κι έφευγε, αυτή η Μελένια, με τα κατάξανθα μαλλιά και τα κρίνα για δέρμα. Κάθε φορά κι άλλο τρένο. Κάθε φορά κι άλλοι συνεπιβάτες, άλλες λευκές σελίδες κι άλλο χρώμα μελάνι για να περιγράψει ό, τι της συνέβαινε, όταν περίμενε στους σταθμούς ή όταν ταξίδευε για τον νέο της προορισμό.

Αδιάφορη για όσα άφηνε πίσω, με μια μαγική ικανότητα να τα ξεχνάει όλα, να τους ξεχνάει όλους, λες και είχαν περάσει από τις μέρες της δανεικοί και ξένοι, σαν να μην πλάγιασε δίπλα τους, σαν να μην φίλησε τα χέρια τους, σαν να μην γέλασε και να μην έκλαψε μαζί τους, σαν να μην είδαν ποτέ μαζί τον ίδιο ουρανό. Αυτή, η Μελένια, με τα κρίνα για δέρμα και τα ρόδα στα χέρια.

Έφευγε. Πάντα έφευγε. Ποτέ δεν της έφτανε τίποτα. Ποτέ, κανείς. Μέχρι που ένα σούρουπο, στάθηκε να ανασάνει τα σύννεφα του ουρανού, που κατέβαιναν μέχρι την κοιλιά της. Είχαν κατέβει να την χαιρετήσουν στον καινούργιο της τόπο. Κι εκεί ήταν ακριβώς, που πήγε να ανασάνει βαθιά την καινούργια άνοιξη, και πνίγηκε. Στριμώχτηκε όλος ο αέρας στα πνευμόνια της και δεν έβγαινε. Αέρας παντού και ακίνητος. Ούτε προς τα μέσα, ούτε προς τα έξω. Κι εκεί ήταν που κατάλαβε, εκεί ήταν που μύρισε τα μέσα της, εκεί ήταν που είδε την καρδία της να χοροπηδάει κάπου πιο μακριά από την θέση της. Εκεί ήταν που η Μελένια, αυτή η Μελένια με την δανεική όρεξη και τον ντελικάτο φόβο των κρίνων, κατάλαβε πως ο τόπος αυτός ο τελευταίος την τρόμαζε, της καταλάγιαζε όλες τις επιθυμίες, της νάρκωνε τα όνειρα.

Κι ήταν εκεί που είδε ξανά μια αγκαλιά από μελάνι, καιρούς και τόπους πριν, να την παίρνει μέσα της και να γεμίζει τα στήθη της χρυσάφι, ήταν εκεί που τα λάθη της έστεκαν μέσα στα βρώμικα πλακάκια του δρόμου, που είδε πως οι φίλοι είχαν μείνει κάπου μακριά κι αδυνατούσε να δει ποιος ήταν μπροστά και ποιος πίσω, ήταν εκεί που είδε όλα τα χιλιόμετρα που έκανε κι όλα εκείνα που αρνήθηκε να κάνει από πείσμα και λύπη. Ήταν εκεί, ήταν τότε. Που όλα τα μακρινά ήταν μαλαματένια κι όλα τα κοντινά εφήμερα και ξένα. Ήταν εκεί, ήταν εδώ και τώρα, που ήξερε πως ο δρόμος με τα σύννεφα μπροστά της χωρούσε ένα κορμί να περπατάει μόνο, και πίσω της ήταν μια άδεια πλατεία με παλιές φωτογραφίες αντί για δέντρα.

Ήταν εκεί, ήταν εδώ, που είδε πως οι παλιές φωτογραφίες είναι θησαυρός κι όχι θηλιές στον λαιμό, ήταν τότε που όλα τα «όχι» και τα «μη» που είχε πει, ήταν εκείνα που κατέβαζαν τα σύννεφα πιο κάτω, σε κάθε καινούργιο τόπο. Κι άλλο δεν της είχε μείνει πια, από το να χωθεί στα σύννεφα και να ελπίζει πως αν φυσήξει με όλη της τη δύναμη, θα ξαναδώσει πνοή στα κρίνα της και θα διώξει τα σύννεφα, μήπως κι έτσι απαντήσει του ήλιου η φεγγαράδα. Αυτή, η Μελένια με την συννεφένια καρδία και τους κρινόσπορους στα δάχτυλα, έτοιμη να προσφέρει ό, τι είχε, για να αντικρύσει πάλι λίγο φως. 

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Νανούρισμα (σονέτο)


Θα μιλώ σιγανά, μην τυχόν και ταράξω
τα ονείρατα πάλι που έκανες χθες
σιγανά θα μιλώ, για να μη σου τρομάξω
τις μικρές σου, καθάριες ευχές

Νάνι αγάπη μου, χάδι θα φτιάξω
ένα αμάλγαμα απ’ άστρα και φως και νυχτιές.
Nάνι αγάπη μου, φίλντισι κι άγιο μύρο θα στάξω
να χαϊδέψει τα μάτια σου όταν θα κλαις.

Κοιμήσου αγάπη μου, η μέρα τέλειωσε
νάνι, ταξίδεψε στους ουρανούς
σε αλόγων επάνω τη σέλα, σε άγιους καιρούς

Κοιμήσου αγάπη μου κι όταν ξυπνήσεις…
το αύριο προσμένει να του τραγουδήσεις
κοιμήσου, λιοχάραχτος θα ‘ναι ο  μπλε ουρανός.