Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Σπιτι


Ολη τουτη η αναγκη για φυγη, μπορει να είναι –λενε- δικαιολογημενη, καθως δεν γινεται παντα να διαβαζεις, να ρεμβαζεις, και μονο να αγαπας την φυση που φυτρωνει εξω από το παραθυρο σου. Θα μπορουσε, ναι. Μονο που δεν καταληγω αν είναι αναγκη για φυγη ή επιστροφη στο σπιτι.

Οι ανθρωποι μου δεν ψαχνουν τις ριζες τους, μα την συνεχιση της δικης τους μερας, παρατηρουν την νυχτα και αφουγκραζονται τους ηχους της σε παλια σπιτια που κοιμουνται πρωτη φορα. Φανταζονται την αυλη του σπιτιου τους με ένα σιδερενιο τραπεζι και μια γλαστρα με βασιλικο, να πινουν καφε το απογευμα. Όμως δεν ξερουν αν θα είναι η αυλη του ιδιου σπιτιου. Είναι η αναγκη για το οικειο, που σε νανουριζει τα βραδια. Γυριζουμε με τα λογια και τις εικονες σε χωρες, τις αλωνιζουμε σαν να είναι το παρκο της γειτονιας, καθενας από μας εχει να πει μια ιστορια από μια άλλη χωρα, τα ποδια μας πατανε παντου, περνουν από παντου, μα δεν ξερουν που να σταθουν.

Γιατι ελπιζουν σ’εκεινο το οικειο. Σε έναν πεζοδρομο με δεντρα, με ομορφους ανθρωπους να μιλανε, σε ένα βραδυ με φιλους να πινουν και να αγκαλιαζονται, χωρις να χρειαζεται να λενε λεπτομερειες, σ’ένα ξαφνικο τηλεφωνο που βαζει παπουτσια στα ποδια κ κλειδια στο χερι-ένα κρασι για μια ωρα-θα γυρισουμε παρεα σπιτι- και σ’αυτά τα ανοιχτα στορια, που σου δειχνουν την πολη να σε περιμενει.

Εκει εχει κι αλλα, εχει ηχους από ακκορντεον στο δρομο, κατω από τον ηλιο, και μιζερους ανθρωπους να φωναζουν στην μουσικη να σταματησει, μα η μουσικη εδώ δεν σταματαει κυριοι, τα δαχτυλα παιζουν μονα τους. Εχει κι ανθρωπους αγαπημενους που βρισκουν ωρα να ξεφυγουν από εκεινο το υπογειο που πλεκουν τη ζωη τους με θεατρο και πεισμα, και να ακουμπησουν λιγη από την ομορφια τους στο τραπεζι, διπλα στον καφε.

Όλα αυτά, μπορουν να γινουν σε ένα μερος ή σε πολλα, δεν εχει σημασια που. Όλα αυτά δεν κανουν ενα μερος σπιτι σου, αλλα το κανουν ένα κομματι του τοπου σου. Εκει που τα βραδια σε τυλιγουν χερια και το πρωι σου χαιδευουν την πλατη για να μην κρυωνεις , εκει που ο χρονος μετραει μεσα σε αυτοκινητα, εκει που τα πρωινα μουδιαζουν στην θέα της ευτυχιας. Είναι η αγκαλια του τοπου, όχι ο τοπος, που ημερωνει τα ματια.  

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ανταποκριση κλειστων χωρων


Ηθελα να γραφω, όπως εγραφα πριν χρονια, όταν ξαπλωνα στο κοκκινο χαλι με τους πορτοκαλι κυκλους για να κοιμηθω, αντι για το κρεβατι μου. Όπως εγραφα, σε σκορπια χαρτια στο πατωμα, με ένα ποτηρι κρασι που δεν τελειωνε, κοιτωντας το σκοταδι στο μικροσκοπικο μου ταβανι.
Τοτε που εγραφα σκορπια, αφηρημενα, με παθος. Που νομιζα πως όλα θα γινουν δικα μου, που δεν ειχα τιποτα άλλο στα χερια μου από δυο πηλινα νεραϊδακια και την αργη πορεια του τρενου στους καμπους της Λαρισας. Τοτε μαθαινα τον δρομο, δεν κοιμομουν ποτε στο ταξιδι, επρεπε να βλεπω. Τοτε που ντρεπομουν να κρατησω τσιγαρο στα δαχτυλα μου και δεν ηξερα πως είναι να κοιμασαι σε ξενα κρεβατια.
Εγραφα γραμματα,  στιχους, ζωγραφιζα σε χαρτοπετσετες, σε φυλλα από σχολικα τετραδια που ηρθαν μαζι μου όταν εφυγα. Δεν ηξερα πως είναι να μην γραφεις, ηξερα όμως πως είναι να μη διαβαζεις. Φοβομουν να μεθυσω, μα μπορουσα να γραφω για τη μεθη. Εγραφα παραμυθια, ελεγα «θα»…  
Τωρα τι «θα»; που δεν ξερω πού θα ειμαι σε λιγο, που περπαταω μονη, που γελαω από υποχρεωση, που ελπιζω μα δεν περιμενω τιποτα. Εγκλεισμος πανω στη γη, η ζωη παλι συμβαινει σε χωρους τεσσερα επι τρια, οι υπολοιποι απαγορευονται και υπαγορευονται.
Όχι,  δεν νοσταλγω. Ναι, ξερω πού βρισκομαι, εδώ προσπαθώ να προσπαθήσω.
Ναι, προσπαθω.  Όχι, ακομα δεν τα καταφερνω.