Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Παρασκευη


Κοιμοταν γυμνη σε κρεβατια
την νανουριζαν ξενοι με παραμυθια
χορευε  με βαλσακια του δρομου
εκοβε τα μαλλια της και τα χαριζε
κρεμουσε λουλουδια μ’αλυσιδα χρυση απ’το λαιμο
για να ευωδιαζουν οι στιγμες
εβαζε αποσιωπητικα στα ονειρα
και κραυγαζε στην ελπιδα
μεχρι να την τρομαξει και να φυγει
φτωχη, μονη στο πεζοδρομιο.
Παρακαλουσε το ραδιοφωνο:
 «μου φτανει μια λεξη. Μια μονο λεξη.»

Πεθανε
κι οσοι την ειχαν δει
ειπαν μοναχα
«Κριμα». 

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

"Οταν μεγαλωσω, θα μ'αφησεις να..."


Τωρα πια, 
τωρα πρεπει να σβησω
με την γλωσσα μου
όλα εκεινα τα λαθη που ζωγραφισα
και να μη σου πω τιποτα.
Παρα μοναχα σιωπηλα
να ελπιζω πως
πριν κοιταξεις το ρολοι σου
ή το ημερολογιο -καρφωμενο πλαι στον καθρεφτη-
θα στρεψεις το βλεμμα σου
στα ασπρισμενα μαλλια μου
και θα κρατησεις  
τα χερια  μου που εμειναν αδεια,
τοτε που ευχηθηκα
να ζησω λιγο παραπανω. 

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Βόλτα


Ένα αγόρι καθισμένο σε μια γωνιά
τσιμπολογάει ένα βραβείο και κλαίει.
Δεν του το χάρισε κανείς
το κέρδισε μονάχος κι έτσι μπορεί να το πετάξει
να σιχτιρίσει το παρόν του
και να με στείλει –ή να πάω μόνη μου- στο διάολο
έτσι λειψή και χορτασμένη
που σέρνω τη ζωή μου πλάι του.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο #3#


Εξω φυσαει ενας αερας που σηκωνει τα σκεπασματα κάτω από τη σκεπή. Ήλιος. Πρωί. Όλα εντάξει, αρτιμελής και ελαφρώς αισιόδοξη. Αυτή η μέρα μπορεί να είναι μια απόπειρα για κάτι καλό. Για λιγο θαρρος.  Πάντα ο αέρας μου δίνει δύναμη.

Έξω. Κρύο, θάλασσα με ηλιο, βουτιά με τη γλώσσα σε παραμύθια και αληθειες, τα παπουτσια μου ζωγραφισμενα με χαμογελα κ αισιοδοξια, δυο φωτογραφιες, δυο αγκαλιες, λιγο τρεξιμο, κι επειτα ένα ζευγαρι παπουτσια κρεμασμενα από ένα καλωδιο ρευματος, κοσμος, φασαρια, συνηθεια, μα τα αυτια επικεντρωνονται σε ηχους και χρωματα, στο ιδιο το τιποτα. Μα αυτή τη φορα το τιποτα μπορει να γινει τα παντα. Η γλωσσα ενός σκυλιου στην παλαμη μου, μου ακουμπαει τα ποδια και ειμαι ευτυχισμενη, τα στηθη μου ελευθερα κι ο δρομος γεματος σκουπιδια, ένα παιχνιδι από χαρτι χοροπηδαει στο πατωμα και στο κεφαλι μου, μια ματια στα Καστρα, κι επειτα παλι εξω. Ο δρομος είμαι εγω.

Στοπ. Υπογειο, μπλε καθισματα, ανθρωποι, αυτή τη φορα μοναδες, ματια γνωριμα, φωνες να εξερευνουν τη σιωπη, σωματα λυμενα, πρεπει τωρα να αφεθεις και να γινεις «η ομαδα». Μαθε ποιος εισαι κ αφησε το σωμα σου, εμπιστευσου το σωμα του αλλου, γινε ο άλλος, τωρα πρεπει να γινεις ο άλλος, μη σκεφτεσαι εσενα, μπορεις να φωναξεις, για λιγο μπορεις να μη νοιαστεις για τιποτα εκτος από το παιχνιδι. Ο πραγματικος κοσμος είναι εκει. Ο πραγματικος κοσμος είναι εδώ. Ο πραγματικος κοσμος είναι…  Λιγο πιο ελευθερη τωρα και παλι εξω. Στοπ. Στοπ;

Αναδρομη. Μιλας. Περιεργο, αλλα δεν υπαρχει δισταγμος. Ναι, γινεται. Χρωμα από κακάο, εσυ μιλας για τοτε και ξερεις. Όλα ειχαν νοημα. Χρονια πριν, τα παρασιτα του ραδιοφωνου, παρασιτα στην καρδια, αθωοτητα και φωνες χωρις υποσταση πισω από το μικροφωνο, σε μεταμεσονυχτιες εκπομπες. Ένα μηνυμα. Ένα μονο. Απουσια. Κυλαει η ζωη, ρεει, ο δρομος πηγαινει, κανει στροφες, κ στα χερια μια κορδελα από μεταξι, μπλεκεται, γινεται σχεδιο, κρεμαει πανω της μπαλονια, λογια, δακρυα, αγαπες. Κι επειτα μια συμπτωση, μια στιγμη από το χαος και φερνει τις ανυποστατες φωνες διπλα, μεσα σε κάθε πορο του σωματος, σε κάθε μικροσκοπικη σκεψη του μυαλου. Κι ανθιζουν όλα, τα χιλιομετρα πανε περιπατο, η κορδελα πεταει στον αερα κι επειτα μετραει αποστασεις, μετραει «σ’αγαπω παντα», μετραει τα παντα και δεν μετραει τιποτα, γιατι δεν εχει λογικη. Γινεται «ευχαριστω», γινεται «σε μισω αγαπη μου», γινεται ένα με την απολυτη ευτυχια, κι υστερα γινεται ένα με το κενο. Μα τα ματια  δεθηκαν ήδη. Μόνο κόμπος, ο φιογκος δεν εφτασε. Ακομα. Δυο χρονια πριν. Παρά μια μερα. Ακριβως. Και τωρα δεν μιλας, τωρα τα λογια φοβουνται την εκρηξη, φοβουνται μηπως τολμησουν. Δεν πειραζει. Η μηπως όχι; Στοπ. Κι ανασα.

Ποτε δεν ξερεις. Και το βραδυ είναι ομορφο, δροσερο οσο πρεπει και τα αεροπλανα πετουν πανω από το κεφαλι μας, και τα βλεμματα χαιδευουν αλλα χερια, μα η ελια που εχω κατω από το δεξι μου ματι παραμενει εκει. Και το φεγγαρι εχει κανει έναν γυρο. Δυο γυρους. Ξανα και ξανα. Την τριτη φορα, στο σκοταδι ειμαι μονη. Κι αληθεια, ο χρονος καμια φορα σταματαει ακομη, χωρις παρηγορια. Κλεισε το παραθυρο, εβγαλε ψυχρα.

Η πολη αυτή κρυβει μια πληγη κι ένα καταφυγιο για ολους. Κι είναι καλα ετσι.

Σωπασε τωρα. Τα χερια δεν ξεχνουν. Χαμογελο;

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

7.4.11


Στον Γ.Γ.

Δεν ειναι ο πονος
που δινει θεληση για ζωη
κι οσα δακρυα κι αν στερευουν
πανω απο χαρτια
για να πλαγιασουν πανω τους
ποιηματα
στο τελος
η ζωη κρυβεται
στα πεταλα μιας μαργαριτας
εχει μια γλυκα απο αρνηση
κι εναν θανατο τοσο μακρινο
που τωρα μοιαζει σαν να μην υπηρξε

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο #2#


Στον τοιχο μου είναι κολλημενο ένα τεραστιο ημερολογιο που θυμιζει χαρτη, από τοτε, στη «γη της γηραιας Αλβιονας». Τρεις μηνες, μερα-μερα τραβηγμενοι με χι, σημειωμενα θαυμαστικα και ηλιοι-να εχω κατι να περιμενω, να προγραμματισω, να προλαβω να ζησω κατι ακομα- ενας τροπος να θαυμαζω το περασμα του χρονου. Λιγο ακομα να αγαπησω τη ζωη μου. Τα κουτακια που σημειωνουν τις μερες που ακολουθησαν είναι κενα. Και φταιω.

Καθενας αξιζει λιγη αγαπη. Σκεψεις με κατευθυνση προς μια θαλασσα μουχλιασμενη,ο ηλιος είναι εκει, ανοιξιατικος και ζεστος, αποπροσανατολιζει τον πονο. Όλα μοιαζουν καλυτερα στον ηλιο, μα παντα μου αγαπουσα τα σκοταδια. Καθενας αξιζει λιγη αγαπη, και πολλοι θα πεθαιναν πιο ευκολα αν ηξεραν πως καποιος τους αγαπα. Ή αν δεν ξεχνουσαν τοσο ευκολα.Καθενας μπορει να αξιζει λιγη αγαπη. Κι όταν ο πανικος ταραζει τα χερια σου στο ακουσμα του μπαγλαμα, τοτε ξερεις ότι κι εσυ αξιζεις αγαπη.Απο τον εαυτο σου, λιγο παραπανω. 

Ουφ και παλι. Ρυθμος, φωνη, το σωμα σταζει ειρωνια και απογνωση, τα ποδια πονανε, τα λεφτα δεν φτανουν για μπυρα, το τσιγαρο δανεικο, η παρεα διπλα, μα η μοναξια πιο κοντα, τα λαθη χαρισμενα -ουχι δανεικα- μα ευπροσδεκτα σαν το διαολο πισω από την ευτυχια, και η σιωπη εδώ. Η σιωπη ειναι εδώ. Εμεις; Θα φτασουμε εδώ; Και η μουσικη μες στο μυαλο γιατι δεν σωπαινει ποτε; Η μουσικη στο μυαλο δεν σωπαινει ποτε. Τελεία.

Κι εξω, η πολη, μυριζει παντα ζωη.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Μικρο αστικο ημερολογιο


Ξυπνημα, ενας σταυρος καμμενος στο ονειρο, ένα κυνηγητο ατελειωτο που σε ανακυρησσει επισημως μουμια στη ζωη, μηχανηματα κανουν φασαρια κοντα στην πλατεια, μια ματια σε ένα δεντρο που ακομα δεν ανθισε, κ επειτα βηματα ασταθη και αθορυβα στο πλακοστρωτο, μετα μποχα και σκουπιδια, μια γυναικα με ένα μαχαιρι κ σακουλα -δεν βγηκε βολτα για χορτα στο βουνο, αλλα για συλλογη θησαυρων μεσα κ γυρω από τους καδους- φοβος, θυμιζει το κυνηγητο εκεινο. Ουφ. Πιο γρηγορα βηματα, φασαρια, σκυλια, καυσαεριο, κορνες, ένα αστικο με ιλλιγγιωδη ταχυτητα, σταματαει παντα στο ιδιο μερος κ ετσι δεν κοβω ποτε βημα και νιωθω θαρραλεα για μια στιγμη- δεν με πατησε. Ευτυχως-δυστυχως-ευτυχως-δυστυχως-ευ…
Κι επειτα πλανωδιοι, παπουτσια, ρολογια, κατσαρολες, τσαντες, φουλαρια, κοσμηματα, χαρτομαντηλα, μεταναστες –ποιος νιωθει τελικα πιο μεταναστης; - μηχανακια για παραδοση ετοιμου φαγητου περνανε ξυστα, νομιζω θα με πετυχουν, τελικα ουτε αυτά το κανουν.
Κατεβαινω την κοκκινη κατηφορα, δεξια μαγαζια –δεν κοιταζω ποτε μεσα- , αριστερα ενας διαδρομος με γκαζον κ λουλουδια, μετα αφισες στον τοιχο, συναυλιες, παραστασεις, πορειες, διαμαρτυριες-προσεχε τα σκαλια, γλιστρανε παντα, τις βροχερες μερες κανουν κ μια τεραστια λακουβα κ δεν γλιτωνω τα νερα. Καμαρα.
Κοσμος, σκυλια, ταξι, μυρωδια από ψητο κρεας, η μυτη τσουζει από το καυσαεριο και ξαφνικα στριμωγμα με δεκαδες αγνωστους στη διαβαση, σαν προβατα, αναβει πρασινο περνας-αναβει κοκκινο σταματας κι οι αλλοι ακολουθουν. Οι περισσοτεροι μιλουν στο κινητο, καποιοι περπατανε με καποιον διπλα τους, οι υπολοιποι με ακουστικα στα αυτια. Αν δεν συμβαινει τιποτα από αυτά το βλεμμα παραμενει χαμενο. Δεν χωρανε ολοι στη διαβαση, περνανε με αγωνια ή αδιαφορια που σημαινει ότι  ειτε σκονταφτουν πανω σε αλλους, είτε τους αποφευγουν. Εγώ προσπαθώ να τους αποφευγω, κι ετσι μένω τελευταία στην ατακτη σειρα. Κοιτάζω τους ανθρωπους ή μην με πετυχει εδώ κανενας περιεργος οδηγος.  Αλλα ουτε τωρα.  Όταν εχω τα μαλλια μου κατω νομιζω πως αυτοι που ερχονται από απεναντι με κοιταζουν στα ματια, τις υπολοιπες μερες περναω αδιαφορη. Διαφορα τετοια ξεπηδουν από το μυαλο κι επειτα το ποδι φτανει στο απεναντι πεζοδρομιο και… αριστερα, δεξιά ή θάλασσα;