Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012


Δεν βρήκα ξανά παραπάνω να δώσω
τα πέταξα όλα στα πόδια σου τότε
που χρώσταγα στ’ όνειρο όρκους και χάρη.
Δεν έχω σου λέω, τα έδιωξα όλα.


Κι εκείνα τα δάκρυα που φύλαξα τότε
τα έκανα χάντρα από μπλε στα μαλλιά σου
να μη σε αγγίζει του πόνου η ορμή,
κορμί να μην έχεις θνητό και ψυχή.

Καλή σου ώρα… αν πας μακριά μην ξεχάσεις
τις ώρες που ανάσταινες τον γυρισμό σου.
Να μην ξεχάσεις, νικάς τον εαυτό σου
στου φόβου λημέρια και στης λησμονιάς.

Ώρα καλή… καληνύχτα απόψε δεν έχει
την σκόρπισαν σ’ άνεμους κι άγριους καιρούς.
Ώρα καλή στα λόγια, στα μάτια τα δυο σου
κι ό, τι δεν έχω εγώ να προσφέρω, υπόσχεση δίνω
θα ψάξω για ‘σένα, για ‘μένα να βρω…

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Πλυντήριο


   Ξημέρωνε μια μέρα στις πρώτες αρχές της άνοιξης. Ξύπνησε, είχε κοιμηθεί περίπου μία ώρα, μπορεί και λιγότερο. Ξύπνησε κι εκείνη που κοιμόταν δίπλα του, έκανε κρύο, η οροφή πάντα έβαζε λίγο αέρα από τα ξύλινα σανίδια της. Ο φεγγίτης δεν άφηνε ακόμα φως να περάσει, δεν είχε φέξει. Την κράτησε αγκαλιά σαν να την έχανε για πάντα, την φίλησε πολλές φορές κι εκείνη τον έδιωξε μαλακά. «Φύγε, μη με χαιρετάς. Θα τα πούμε…»

   Την κρατούσε σφιχτά όλη αυτή τη μια ώρα κι ας του γυρνούσε την πλάτη. Μεθυσμένοι κι οι δύο, αποκαμωμένοι. Αυτός από την θλίψη, εκείνη από την κούραση των τελευταίων ημερών. Είχαν μαζέψει σε κουτιά όλα τα πράγματά της, του χάρισε αρκετά που δεν ήθελε να πάρει μαζί της. Μπαχαρικά για να μυρίζει, ένα κερί να καίει, ίσως και κάνα δυο ακόμα ψιλοπράγματα. Έκλεισαν βιαστικά τα κουτιά, σφιχτά με ταινία, να μην προλάβουν να τα δουν, έτσι όπως είχαν στριμωχτεί άχρηστα… Κάποτε χρήσιμα και αγαπημένα, είχαν δώσει ζωή στις μέρες τους, σε πάρτυ, σε απογεύματα Κυριακής με φίλους.

   Κι έπειτα βγήκαν. Συνάντησαν φίλους, ήπιαν… Ήπιαν και χόρεψαν σαν να ήταν η τελευταία τους μέρα. Μαύροι τοίχοι με δυνατή μουσική, τζιν, μπύρα, σφηνάκια, χορός και σχεδόν όλοι εκείνοι που αγαπούσε σ’ εκείνο το μέρος, μαζί τους. Εκείνη δάκρυσε κρυφά, ένας ή δύο την κατάλαβαν, και την παρακάλεσαν με το βλέμμα να σταματήσει. Υπάκουσε και συνέχισε τον χορό. Οι καινούργιες αρχές γιορτάζονται πάντα σαν ένα αόρατο τέλος. Έφυγαν όταν δεν άντεχαν άλλο, γύρισαν δυο τους στο «συσκευασμένο» σπίτι, και κάποτε κατάφεραν κι αγκαλιάστηκαν γυμνοί, να ζεστάνουν τις ψυχές τους.

    Τα υπόλοιπα έγιναν ταχύτατα. Αφού έφυγε εκείνος, αυτή μάζεψε τα τελευταία της πράγματα μέσα στα χθεσινοβραδινά απομεινάρια του κορμιού της, τα σεντόνια και τις κουβέρτες τις συσκεύασε όπως όπως σε κάτι πλαστικές σκληρές σακούλες, από βιασύνη. Ήρθαν μερικοί φίλοι, φόρτωσαν τα πάντα σε ένα φορτηγό κι όλα τα υπάρχοντά της πήραν τον δρόμο τους. Ένας καφές στα γρήγορα, δυο αγκαλιές, ένα λεωφορείο για την καινούργια πόλη, ατέλειωτα βράδια σιωπής, μηνύματα στο κινητό, τηλέφωνα, μικρά ταξίδια επιστροφής, άγνωστοι άνθρωποι, ελάχιστα μεθύσια, πολλή σιωπή κι ύστερα λίγη σιωπή για συμπλήρωμα, καινούργιοι άνθρωποι, γραπτά σε σελίδες, θάλασσα, δέντρα, κι έπειτα πάλι καινούργιοι άνθρωποι… Κι εκείνοι οι δυο μαζί και μόνοι.

   Μέχρι που εκείνη, μερικές εποχές μετά βρήκε στο ντουλάπι, ξεχασμένα από την μετακόμιση, τα σεντόνια εκείνης της τελευταίας νύχτας τυλιγμένα ακόμα στο πλαστικό τους κλουβί. Τα ξετύλιξε και την πήρε η μυρωδιά τους, η ξεχασμένη κι αυτή με τον καιρό. Τα δίπλωσε και τα ακούμπησε απαλά δίπλα στο πλυντήριο.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ξόρκι ζωής και όχι ξόρκισμα


Να σφίγγει την καρδιά σου η ζωή κι έπειτα να κυνηγάει με λουλούδια τον θάνατο…
Κι όσοι φόβοι σε φιλάνε, να τους κλείνεις τα χείλη,
να μη μιλάνε, μην ακούς, να μην φοβάσαι.
Πλέξε τα όνειρα σου μέσα στα μαλλιά σου, μην στερείσαι ανάσες, μην στερείσαι «θέλω», σε παρακαλώ, όσο μπορείς να μην λυπάσαι…
Κι όσα βράδια σε πονάνε, όσοι εχθροί σε κυνηγάνε, να τους κλείνεις πόρτες,
άσε να σε κοιτούν απ’ το παράθυρο, κανείς δεν σε αγγίζει όσο δεν θυμάσαι να ξεχνάς.
Να γελάς, να αγαπάς, να συγχωρείς, να μη φοβάσαι…
Σε παρακαλώ… να μη λυπάσαι…

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Άγραφο


Όταν δεν είσαι εδώ, φοβάμαι τα λάθη μου… Εκείνα που συμβαίνουν χωρίς να το θέλω, εκείνα που σέρνονται πίσω μου αιώνες. Έχω μετρήσει μέρες αμέτρητες, μία για κάθε χάντρα στον καρπό μου, και πάλι από την αρχή. Τριάντα εφτά χάντρες, μία μία, ξανά και ξανά, ελπίζοντας πως θα σε φέρουν δίπλα μου, κι αυτές σε φυλακίζουν δυο μέρες κοντά μου και σου χαρίζουν την ελευθερία πάλι.

Περνάνε οι στιγμές μπροστά μου σαν φτερά που έπεσαν νεκρά από τον χρόνο. Δεν είναι ότι τις κυνηγάω… Είμαι μέσα τους, με δέχτηκαν στην μήτρα τους. Μα εσύ είσαι απ’ έξω, και πόσες φορές να γεννηθώ για να σε συναντήσω, πόσες φορές ακόμα να πεθάνω πριν εγκλωβιστώ στα χέρια σου να λυτρωθώ;

Κυνήγησα πάντα τον λάθος χρόνο, έμπηξα τα νύχια μου στις πιο άρρωστες νύχτες, ταξίδεψα στις πιο βαθιές μου θάλασσες κι όση στοργή δανείστηκα, την ξόφλησα στα πιο σκληρά αντίο. Και τώρα αντίο πώς να πω, στοργή πώς να επιστρέψω… Που στάλα δεν δανείστηκα κι ήρθε όλη χαρισμένη…

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Χρησμοί των αναμνήσεων


Στον Παναγιώτη Λάκκα

Τα ποιήματα πού ‘γραψα, αυτόχειρες με ελπίδα για ζωή,
θλιμμένοι νοσταλγοί της μοίρας μου,
δύναμη ξένη πού ’φυγε από την πένα μου
σαν σφαίρα από σκουριασμένο όπλο.
Κάθε φορά που έσκυβα να πιω λίγο νερό απ’ την Πηγή
κάποια σταγόνα θα’ τρεχε στο στήθος μου
να μου χαρίσει λίγη ακόμα απ’ τη ζωή,
να μου δανείσει λίγο ακόμα θάνατο...
κι εγώ με φλογισμένα μάτια
να τρέχω πίσω απ’ των ονείρων μου τα χνάρια
να γράψω στίχους, μήπως προλάβω τις στιγμές μου
πού ’φυγαν και κρύφτηκαν μες στης ανάμνησης την άμμο.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012


Ξύνω με τα νύχια κάθε βράδυ
κι ό,τι σκληρό έχει απομείνει πάνω μου, την μούχλα από τους τοίχους
ψάχνω χρώμα κάτω απ’ τη λευκή σιωπή.
Κάθε βράδυ χύνονται δώδεκα χτύποι απ’ το ρολόι
στο σαλόνι, μετά σιωπή… ούτε λυγμός, ούτε ψίθυρος.
Κι έρχεται κάθε πρωί σαν κατάρα, με την ίδια σιωπή,
Χωρίς χρώμα, χωρίς φωνή,
Να πει πως όλα αρχίζουν πάλι απ’ την αρχή
Κι εγώ να ελπίζω σ’ εκείνο το θαύμα
Που ποτέ δεν έρχεται, δεν έρχεται ποτέ…

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Έχεις ποτέ σου χορτάσει αγάπη;


Έχεις ποτέ σου χορτάσει αγάπη; Αγαπη που κρύβεται κατω από κάθε σου τρίχα και ξύνει το δέρμα σου…  Αγαπη που σε ξυπναει το πρωι και σου ανοίγει τα παντζούρια για να δεις τον ηλιο… Αγάπη που σε νανουρίζει κάθε βραδυ ήσυχα ήσυχα μεσα στην μητρα της… 

Πιες την, καταβρόχθισε την, κοιμησου μαζι της, τυλιξε την γύρω σου και τυλίξου γύρω της. Δεν θα την έχεις για παντα και το ξέρεις πως δεν υπαρχει τιποτα πιο φονικο απ’την αγαπη. Σκοτωνει ζηλιες, θυμους, ξενα ονειρα, θολες προσδοκιες, πρωην εραστες που κοιμηθηκαν για λιγα μονο βράδια στο ιδιο κρεβατι, σκοτώνει ακομα κι εκεινα που νομισες καποτε πως αγαπησες.

Κάθε βραδυ γεννιέσαι από την αρχή μαζί της, σε τραβάει με αλυσίδες και σου φοράει μετάξι μαύρο και λευκό βελούδο, σου δίνει φτερά και σου δυναμώνει τα πόδια, σου επιτρέπει να πετάς, αλλά μην τρέχεις… Η αγάπη πρέπει να ‘ναι ήσυχη, πετάει σαν πεταλούδα πάνω από τους ώμους σου. Προλαβαίνεις περπατώντας, δεν φεύγει.

Έχεις ποτέ σου χορτάσει αγάπη; Έχεις ποτέ σου χορτάσει αγάπη; Έχεις ποτέ  σου χορτάσει αγάπη; Ή μήπως χόρτασε αυτή από σένα; 

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Γιατί


Στο κουτί με δεμένες τις μαύρες
στολισμένες κορδέλες, που κρύβεις
των δειλών σου ερώτων τις μέρες
τα φτωχά σου ονείρατα κλαίνε
φασκιωμένα… Πανιά σκονισμένα
τα κρατάνε δεμένα με όρκους
και «γιατί» που ποτέ δεν ρωτάνε.

Για εκείνα τα χρόνια που είχαν
να υφάνουν με γέλια δεν λένε,
τα «γιατί» που τους καίνε… δεν ξέρουν…
με ποιον τρόπο να μάθουν αν φταίνε.

Μα ποιο όνειρο έφταιξε τάχα
αν εσύ δεν του έκανες χάρη
να του δείξεις γιατί τη ζωή σου
δεν θα βρεις το κουράγιο να ζήσεις.


(Ποίημα σε ανάπαιστο δεκασύλλαβο-"κομμάτι" του ποιητικού καφενείου)

  

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012


Ακομα δεν μου λειπεις. Σου ελεγα. Κι εσυ στην σκεψη αυτή  χαιροσουν , γιατι ηξερες ότι καποια στιγμη δεν θα το εννοω. 

Ξεφτισε ένας μηνας αγραφος κι ηρθε καινουργιος. Μαζευω αλατι να σκεπαζω τα ματια μου τις ωρες που καιει ο ηλιος και τα βραδια κολλαω τα ποδια μου στον τοιχο και σκεπαζω την κοιλια μου με σεντονι. Το δεντρο μεσα μου μεγαλωνει κι ας είναι καλοκαιρι, με δροσιζει τα μεσημερια κι εγω ανασαινω ηρεμα.

Μισοκλειστα πατζουρια και η γλαστρα με τον βασιλικο στην βεραντα περιμενει κάθε βραδυ να ποτιστει. Εγω χαζευω τα νυχια στα δαχτυλα των ποδιων μου που κρεμονται εξω από το μπαλκονι, βαμμενα ποτε γαλαζια και ποτε ροδακινι –σημερα το εμαθα το χρωμα- και μαυριζω το δερμα μου, μεχρι να μυρισει μελι, να μπορεσεις να με καταβροχθισεις ολοκληρη. Μεχρι τοτε, πλεκω τα μαλλια μου και περιμενω ησυχα… 

Εβαλες στοιχημα κρυφα και κερδισες- τελικα που και που μου λειπεις- κι εγω απολαμβανω  την νικη σου και τα ταξιδια μας και τα πρωινα που με ξυπνας φιλωντας τα μαλλια μου. Δεν εχω τιποτα άλλο να περιμενω για την ωρα, δεν χρειαζεται. 

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Μικρο (περιπου) αστικο ημερολογιο

Ειμαι μακρια από την πολη αυτή τη φορα, την βλεπω από αποσταση, την κραταω σε αποσταση, είναι θεμα επιβιωσης και για τις δυο μας. Την πλησιαζω μια δυο φορες την εβδομαδα για να μην ξεχναω που βρισκομαι. Ανοιγω την πορτα και δεν ξεχυνεται κανενας κοσμος γυρω μου, πλακακια, τσιμεντο, χωμα, δεντρα, φραχτης. Ο κοσμος οριζεται από φραχτες, συρματινους κ ασχημους. Να ξερουμε που ανηκουμε, να ξερουν οι αλλοι που ανηκουμε.

Ανηκουμε σε ορια, κανεις δεν τα ξεπερναει κι οσοι πατανε περα από την γραμμη χανουν το παιχνιδι. Ανηκουμε σε πατεραδες, σε μαναδες, σε αδερφια, σε πιεστικους συγγενεις, σε γατες και σκυλους που υιοθετησαμε, στα φιδια που σερνονται παραεξω και τα φοβομαστε, σε αγαπες από συνηθεια, σε εραστες που μας ξεχασαν, σε αντρες που δεν κοιμηθηκαν στο ιδιο κρεβατι πανω από μερικα βραδια. Ανηκουμε σε αλλα μεθυσμενα βραδια που παρακαλεσαμε για ένα φιλι, σε ανθρωπους που πια δεν καταλαβαινουμε, σε λογια που θελουμε να ακουσουμε, σε καταπιεστικους συντροφους, σε ηλιθιες απαιτησεις «ειμαστε ένα». Ανηκουμε σε ο,τι θα θελαμε να εχουμε αλλα δεν ειχαμε ποτε.

Σ’εκεινη την θλιμμενη εφηβεια, στο χαμογελο που δεν βγαινει από τα χειλη, στο «ευχαριστω» που δεν ακουστηκε, στα φοβισμενα παιδικα πρωινα που κανουμε πως τα ξεχασαμε, στα δακρυα που παλεψαμε να κρυψουμε, στους αρρωστημενους ψιθυρους που ακουγονται χρονια στα αυτια κάθε βραδυ. Στην προσπαθεια να ειμαστε αυτό που ονειρευτηκαμε, στην ελπιδα πως αυτή την φορα τα πραγματα θα πανε καλυτερα.

Μεσα στα ορια, δεν ξερουμε σιγουρα τι θυμομαστε. Κι αυτά που παλευουμε να θυμομαστε, συνηθως τα εχουμε κατασκευασει. Στεγες πανω από τα κεφαλια μας, να μας φυλανε από την καταιγιδα. Κάθε απογευμα ή νωρις το βραδυ βρεχει, εδω κ μερες. Ξεπλενει ο ουρανος ο,τι προλαβαινει. Τα υπολοιπα προλαβαινουμε να τα κρυψουμε κατω από τις στεγες. Μη μας βραχουν οι μνημες, είναι ο,τι απεμεινε.

Οσα σκοτωνουν, οσα ελπιζουν, οσα πρεπει να μεινουν στεγνα είναι οι μνημες. Πρεπει να σωσουμε τις φιλιες, τα οικογενειακα τραπεζια, τα βραδια μπροστα στην τηλεοραση, τις μουγγες καλημερες, τα χαρουμενα απογευματα με καφε. Πρεπει να σωσουμε το ξοφλημενο μας τιποτα, αυριο το πρωι εχουμε έναν φραχτη ακομα να χτισουμε. 

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012


Θα μαθω να σ’αγαπω μεσα σε φονικα
και ξεχασμενους φιλους
σ’ εκεινα που φοβουνται
οι αλλοι να κοιταξουν.           
Γαληνευουν οι πιο αγριες σιωπες
κάθε που πλησιαζει το βλεμμα σου 
σαν να με γνωριζες για χρονια
κι οι δρομοι που ονειρευομαι
είναι εκεινοι που χαραξες κρυφα
να περπατησω
ενα βραδυ που  χωρις ντροπη
σου ειπα φυγε.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Σπιτι


Ολη τουτη η αναγκη για φυγη, μπορει να είναι –λενε- δικαιολογημενη, καθως δεν γινεται παντα να διαβαζεις, να ρεμβαζεις, και μονο να αγαπας την φυση που φυτρωνει εξω από το παραθυρο σου. Θα μπορουσε, ναι. Μονο που δεν καταληγω αν είναι αναγκη για φυγη ή επιστροφη στο σπιτι.

Οι ανθρωποι μου δεν ψαχνουν τις ριζες τους, μα την συνεχιση της δικης τους μερας, παρατηρουν την νυχτα και αφουγκραζονται τους ηχους της σε παλια σπιτια που κοιμουνται πρωτη φορα. Φανταζονται την αυλη του σπιτιου τους με ένα σιδερενιο τραπεζι και μια γλαστρα με βασιλικο, να πινουν καφε το απογευμα. Όμως δεν ξερουν αν θα είναι η αυλη του ιδιου σπιτιου. Είναι η αναγκη για το οικειο, που σε νανουριζει τα βραδια. Γυριζουμε με τα λογια και τις εικονες σε χωρες, τις αλωνιζουμε σαν να είναι το παρκο της γειτονιας, καθενας από μας εχει να πει μια ιστορια από μια άλλη χωρα, τα ποδια μας πατανε παντου, περνουν από παντου, μα δεν ξερουν που να σταθουν.

Γιατι ελπιζουν σ’εκεινο το οικειο. Σε έναν πεζοδρομο με δεντρα, με ομορφους ανθρωπους να μιλανε, σε ένα βραδυ με φιλους να πινουν και να αγκαλιαζονται, χωρις να χρειαζεται να λενε λεπτομερειες, σ’ένα ξαφνικο τηλεφωνο που βαζει παπουτσια στα ποδια κ κλειδια στο χερι-ένα κρασι για μια ωρα-θα γυρισουμε παρεα σπιτι- και σ’αυτά τα ανοιχτα στορια, που σου δειχνουν την πολη να σε περιμενει.

Εκει εχει κι αλλα, εχει ηχους από ακκορντεον στο δρομο, κατω από τον ηλιο, και μιζερους ανθρωπους να φωναζουν στην μουσικη να σταματησει, μα η μουσικη εδώ δεν σταματαει κυριοι, τα δαχτυλα παιζουν μονα τους. Εχει κι ανθρωπους αγαπημενους που βρισκουν ωρα να ξεφυγουν από εκεινο το υπογειο που πλεκουν τη ζωη τους με θεατρο και πεισμα, και να ακουμπησουν λιγη από την ομορφια τους στο τραπεζι, διπλα στον καφε.

Όλα αυτά, μπορουν να γινουν σε ένα μερος ή σε πολλα, δεν εχει σημασια που. Όλα αυτά δεν κανουν ενα μερος σπιτι σου, αλλα το κανουν ένα κομματι του τοπου σου. Εκει που τα βραδια σε τυλιγουν χερια και το πρωι σου χαιδευουν την πλατη για να μην κρυωνεις , εκει που ο χρονος μετραει μεσα σε αυτοκινητα, εκει που τα πρωινα μουδιαζουν στην θέα της ευτυχιας. Είναι η αγκαλια του τοπου, όχι ο τοπος, που ημερωνει τα ματια.  

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ανταποκριση κλειστων χωρων


Ηθελα να γραφω, όπως εγραφα πριν χρονια, όταν ξαπλωνα στο κοκκινο χαλι με τους πορτοκαλι κυκλους για να κοιμηθω, αντι για το κρεβατι μου. Όπως εγραφα, σε σκορπια χαρτια στο πατωμα, με ένα ποτηρι κρασι που δεν τελειωνε, κοιτωντας το σκοταδι στο μικροσκοπικο μου ταβανι.
Τοτε που εγραφα σκορπια, αφηρημενα, με παθος. Που νομιζα πως όλα θα γινουν δικα μου, που δεν ειχα τιποτα άλλο στα χερια μου από δυο πηλινα νεραϊδακια και την αργη πορεια του τρενου στους καμπους της Λαρισας. Τοτε μαθαινα τον δρομο, δεν κοιμομουν ποτε στο ταξιδι, επρεπε να βλεπω. Τοτε που ντρεπομουν να κρατησω τσιγαρο στα δαχτυλα μου και δεν ηξερα πως είναι να κοιμασαι σε ξενα κρεβατια.
Εγραφα γραμματα,  στιχους, ζωγραφιζα σε χαρτοπετσετες, σε φυλλα από σχολικα τετραδια που ηρθαν μαζι μου όταν εφυγα. Δεν ηξερα πως είναι να μην γραφεις, ηξερα όμως πως είναι να μη διαβαζεις. Φοβομουν να μεθυσω, μα μπορουσα να γραφω για τη μεθη. Εγραφα παραμυθια, ελεγα «θα»…  
Τωρα τι «θα»; που δεν ξερω πού θα ειμαι σε λιγο, που περπαταω μονη, που γελαω από υποχρεωση, που ελπιζω μα δεν περιμενω τιποτα. Εγκλεισμος πανω στη γη, η ζωη παλι συμβαινει σε χωρους τεσσερα επι τρια, οι υπολοιποι απαγορευονται και υπαγορευονται.
Όχι,  δεν νοσταλγω. Ναι, ξερω πού βρισκομαι, εδώ προσπαθώ να προσπαθήσω.
Ναι, προσπαθω.  Όχι, ακομα δεν τα καταφερνω. 

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012


Τις νυχτες αποκοιμιεμαι σαν παιδι
Κοιτωντας φωτακια που κρεμονται
Σε έναν παλιο φρεσκοβαμμενο τοιχο
Μετραω αναποδα τις λαμψεις τους
Κι ακομα δεν προλαβα να βρω τον αριθμο.

Βιαζομουν παντα να ανεβω εκεινη την σκαλα
Να κοιμηθω με την πλατη μου στο στηθος σου
Ν’αναπνεω  τη μυρωδια σου
Και δεν ειδες ποτε πώς κοιταζα τα χερια σου
Όταν με χαιδευες
Κι ουτε ποτε θα παψω να λυπαμαι
Που παλι τρομαξα κι επρεπε να φυγω.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Ηθελα να σου πω…



Αφησε τα ρε παιδι μου, όλα. 

Αφησε τα, ξεγραψε τα, κανε ένα φφφφου δυνατο κ πετα τα σαν σκονη από παλια βιβλια. Ακουσε οσα σου λενε οι νυχτες, το σωμα σου, αυτά που ονειρευεσαι όταν κοιμασαι, θυμησου αυτά που αρχισες να αγαπας εκεινο το απογευμα που καθισαμε απεναντι, πινοντας ζεστο καφε και κοιτωντας την θαλασσα. Φυσουσε, φυσουσε παρα πολύ, τοσο ακριβως οσο μ’αρεσει. Ημουν ελευθερη. Ενιωθα ένα τσιμπημα λιγο πιο κατω από το στομαχι και το στηθος μου δεν χωρουσε πιο πολλη ζωη.

Θελω να αφησω το δερμα μου σε μια γωνια και να φυγω από ‘δω, κουραστηκα να ακουω όχι, δεν θελω άλλο «κουραγιο», δεν θελω αλλα μιζερα μεσημερια να βρωμανε τσιγαρα, θελω να χαζευω την πολη από μακρια και να ζεσταινω τα ποδια μου στον ηλιο.

Θελω να χαμογελαω. Να μη φοβαμαι άλλο. Να ξερω πως μπορω, να μην φοβαμαι να ειμαι εγω. Θελω να με τραβανε τα ονειρα μου από τον γιακα της μπλουζας μου, να μην τα διωχνω με ψευτικα «μπορει αργοτερα». Θελω τωρα. Δεν θελω αργοτερα. Θελω αυτό που δικαιουμαι, τιποτα παραπανω από την ζωη μου. Αλλα ζωη από ‘κεινη που την στολιζεις με κορδελακια και με μικρουλικα τσιροτα. Όχι από αυτή με τα χοντρα σχοινια και τους επιδεσμους.

Θελω εκεινα τα λουλουδια της αμυγδαλιας που δεν προλαβα να κοψω πριν πεσουν. Εβρεχε συνεχεια, μερες κι εχασα τα λουλουδια. Εχασα τις πρωτες μερες της ανοιξης. Κ ο χαμος αυτος είναι ενας πολύ σοβαρος λογος δυστυχιας.

Εσυ εισαι καλα; Προσεχεις; Μιλησα πολύ παλι, αλλα το ηθελα. Με ξερεις πως ειμαι όταν αρχιζω να μιλαω. Πες μου για σενα. Φορας ακομα εκεινο το κορδονακι με τον σταυρο στον λαιμο; Γραφεις ποτε γραμματα που ξεχνας να στειλεις; Μυρισες κανενα λουλουδι προσφατα; Μου’ ταξες πως αυτή την Κυριακη θα εβγαινες να περπατησεις στην πολη, το εκανες;

Γραψε μου, θα περιμενω.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Οχτώ μερες


Οχτω μερες κενταω την σιωπη μου
Να μην ακουγεται τι κανω
αν ονειρευτηκα χθες βραδυ
ή αν εφυγα κρυφα για ‘κεινα τα λιμανια
που σχεδιαζα σε χαρτινες σελιδες
όταν ημουνα παιδι.
Οχτω μερες ματωνω τις παλαμες με τα νυχια
διαβαζω χαρτες
σκαλιζω ξυλινα φεγγαρια στο κομοδινο
 υπολογιζω τα αστερια στο ταβανι
μα δεν γραφω γραμματα
που λενε αντιο σ’ αγαπημενους
γιατι καποτε μου’πανε πως
οι αποχαιρετισμοι είναι για ‘κεινους
που επιστρεφουν στην ελπιδα.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Απλά για να ξέρεις...


Διάολε, πάρε ό, τι θες, κάνε ό, τι θες, τουλάχιστον τα βράδια το χώμα μυρίζει άνοιξη…

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012


Όταν η αγάπη σωπαίνει
Δεν είναι πως εγκατέλειψε,
Μα στέκει παράμερα
και  περιμένει εσένα να μιλήσεις.
Μην την παρηγορείς
Άσ’ την να κλάψει
Για ‘κείνα που δείλιασες
Άφησε να θαυμάσει τις άδειες μέρες
Άσε να τρέξει πάνω σου με την βροχή.
Μην κυνηγάς εκείνους που δανείστηκαν
Ούτε τους άλλους που την χάρισαν.
Ασ’ την αγάπη όταν σωπαίνει
Να περπατά αργά πάνω στα βήματά σου.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Μικρο αστικο ημερολογιο #10#




Εντος σπιτιου, με τον φεγγιτη να περιμενει. Μικρο αστικο ημερολογιο, στις τελευταιες σελιδες. Σελιδες χωρις φαντασια αυτή τη φορα. Ξεφυλλιζω χρονια τα ιδια λογια, ειπωμενα από διαφορετικους ανθρωπους, με ξεχωριστες φωνες. Στεκομουν πριν και κοιτουσα γνωριμα προσωπα, βλεμματα που εχουν κοιταξει τα ιδια μερη με μενα, χερια που εχουν αγγιξει τα ιδια πραγματα, που τα εχω αγγιξει εγω . Όσο γελασαμε, τοσο ακομα ζησαμε και η υπολοιπη ζωη μας περιμενει εκει, λιγακι παραπερα. Ο, τι πιο αγνο εχω να χαρισω, είναι οι λεξεις στο χαρτι, δεν εμαθα να δινω περισσοτερα, δεν ξερω να χαριζω απλοχερα. Χαρτια γραμμενα και αγαπη μονο. Αγαπη πολλη που πηρα κι εδωσα. Και πορευτηκα ομορφα ως τωρα.
Αν ειχα ένα χρωμα για κάθε φορα που εβγαινε ενας από μας από την εξωπορτα, και σχεδιαζα τις διαδρομες, θα ειχαμε φτιαξει την πιο πολυχρωμη πολη. Θα ειχαμε αποτυπωματα από τραπεζακια με ροδες που σερναμε στα πεζοδρομια και γελουσαμε, αποτυπωματα από ποδια που κουβαλανε πιατα με φαγητα, τα οποια διαφερουν αρκετα από τα αποτυπωματα του κρασιου. Θα ειχε κι αλλα βηματα, που θα περνουσαν από πανω ροδες από βαλιτσες κι αλλα με σημαδια από μελανι και γραμματα που παραπεσαν. Βηματα με μπαλονια στο χερι, δωρα, ομπρελες, βηματα που συναντιουνται σε καποια γωνια, δινουν ένα φιλι κι επειτα προχωρουν χερι χερι.. Βηματα που εκλαιγαν, κι αλλα που τραγουδουσαν. Κι εκεινα που προχωρουσαν μαζι, αλλα τελικα σε μια στροφη άλλο πηγε ευθεια κι άλλο εστριψε. Βηματα που οδηγουν σε λεωφορεια, σε σταθμους, σε σπιτια.
                Μονο που χαθηκα. Κραταω τον χαρτη της πολης και είναι αχρηστος. Όχι, δεν ανακαλυψα οσα θα μπορουσα, μα εμαθα οσα χρειαστηκα και τωρα πρεπει να τον διπλωσω και να τον βαλω στην τσαντα μου, με όλα του τα σημαιακια και τις διαδρομες. Γιατι αγορασα καινουργιους, αγραφους. Δηλαδη λευκες κολλες χαρτι, χωρις περιγραμματα και ακτογραμμες. Κι εχω και μαρκαδορους, για να ζωγραφισω. Πρεπει να ζωγραφισω περιπου εξι με εφτα διαφορετικες πολεις συν δυο τρεις χωρες, και ακομη τις διαδρομες από και προς την κάθε πολη και χωρα, δηλαδη συνολικα, χρειαζομαι μπλε για τις θαλασσες, καφε για τα βουνα, πρασινο για τους καμπους, και γκρι, πολύ γκρι για τα κτιρια των πολεων. Κι επειτα πρεπει να φτιαξω μικρα ημερολογια για να τα χαρισω, να γραφουμε, να μην ξεχναμε. Υποθετω λοιπον πως αυτό γινεται συνηθως. Όταν τελειωνει ενας χαρτης, πρεπει να φτιαξεις έναν καινουργιο. Πολλους καινουργιους.
                Χαρτες λοιπον, πολλους, που θα δανεισεις, που θα σε βοηθησουν αλλοι να σχεδιασεις, που θα τους μουτζουρωσουν, που δεν θα μοιαζουν σε τιποτα με τους προηγουμενους. Θα είναι μονο η συνεχεια των προηγουμενων. Και καποτε θα γεμισουμε έναν τοιχο ολοκληρο με μικρογραφιες από τις διαδρομες μας, με μικρα μικρα σημαιακια σε κάθε καινουργιο φιλι και κάθε μεγαλη αγκαλια, σε κάθε στιγμη που καναμε λαθη και μετα τα σβησαμε με μια καινουργια γραμμη, με άλλο χρωμα. Να διωξουμε τον φοβο τωρα. Και να κανουμε ένα βημα ακομα, γιατι δεν γινεται αλλιως.
                Κλειδωσε την πορτα, το μαξιλαρι μου κρατησε το εσυ να κοιμασαι, -ναι θα πινουμε καφε το απογευμα και θα τα λεμε- οχι, δεν θα σταματησω να βραζω λαχανικα που βρωμανε- μήπως εστειλε η γιαγια σοκολατακια;-  σου ειπαδεν αργω, σε μιση ωρα θα τα πουμε στο γνωστο μερος- ποσο κρυο κανει παλι αποψε…Μη φοβασαι, εγω εδώ ειμαι… Οι σελιδες είναι ακομα λευκες και περιμενουν. Τελικα κλειδωσες;

                

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Μικρο αστικο ημερολογιο #9#





Κρυο, κρυο, κρυο, διαολεμενο κρυο. Μπαινει από τα κεραμυδια, από τα ξυλα της σκεπης, από το καημενο παραθυρο της οροφης, από τις χαραμαδες της πορτας, παγωνει τα δαχτυλα όταν πληκτρολογω, την μυτη μου, τις πατουσες μου, οσες καλτσες κι αν φορεσω, τρυπαει τα μποτακια μου όταν περπαταω, μπλεκεται στα μαλλια μου. Βουλιαζω μεσα στο κρυο κι αναπνεω μεσα σ’αυτό.

Περπαταω ακομα στους δρομους ασκοπα όπως συνηθιζα, κανω κυκλο για να φτασω εκει που θελω, ξεχωριζω αρωματα, για να τα κρατησω μαζι μου. Την μυρωδια του καφε, το κρεμυδι που τηγανιζεται, τα πεσμενα φυλλα στο χωμα εξω από την αυλη, τον διαδρομο της πολυκατοικιας, την μουχλα στις υπογειες αιθουσες. Κραταω τις οικιες μυρωδιες των ανθρωπων μου, το μαλακτικο στα μαλλινα, τη μυρωδια της αγκαλιας, τη γευση των φαγητων τους. Αγγιζω, να θυμαμαι πώς μοιαζει η υφη των μαλλιων τους, το δερμα τους, χαιδευω τα χερια τους.

Κραταω στα χερια μου τετραδια, μολυβια, βιβλια, αποξηραμενα λουλουδια και ζωγραφιες, γραμματα που δεν σταλθηκαν ποτε, χαπια που τελειωσαν, σακουλακια καπνου ξεχασμενα στο συρταρι, μπουκαλια που αδειασαν. Θα τα ξαναγεμιζα για να τα ξαναπιω με τον ιδιο τροπο, στις ιδιες στιγμες.

Εχω φυγει, πριν αφησω την πολη και δεν θα αφησω ποτε την πολη αν δεν φυγω. Τα’διωξα εκεινα που επρεπε, και καθονται σε γωνιες και με παρατηρουν. Κρυβονται σε θεατρα, σινεμα, στα σκαλακια του λιμανιου, στις εξοδους της πολης, μερικα τετραγωνα κατω από την σκεπη μου, σε μπαρ και ταβερνες, σε παρκα, σε σπιτια που αδειασαν. Ή γεμισαν. Τους κλεινω το ματι και φευγω μακρια τους. Σπουδαια πραγμα να μην φευγεις από αναγκη. Και να μην γυρνας από αναγκη.

Θα κλεισω, μεσα σε αγχος και χαδια, σε λογια που δεν λεγονται γιατι είναι εκει και μας κοιτανε, ξερουν. Θα χωνομαι κατω από κουβερτες κ παπλωματα, αναμεσα στα μαξιλαρια, με αναπνοη σταθερη, σε υπνους ησυχους και ζέστη, ζέστη, ζέστη. Γλυκυτατη, ησυχη ζέστη.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Η αγάπη σου να 'ναι ήσυχη


Την αγάπη να την δέχεσαι απλά
χωρίς υπερβολές να την φροντίζεις
μην την αποθέτεις σε βιτρίνες
μην υπερηφανεύεσαι πως αγαπάς
να την κρατάς ταπεινή και φρόνιμη
όπως της αξίζει.
Κι όταν στεγνώνει να την φυλάς ευλαβικά μες σε βελούδο
κι όταν την έχεις γύρω σου να την λατρεύεις σιωπηλά
γιατί η υπεροψία την ευτελίζει
την κάνει απόμακρη. Χυδαία
σαν πινακίδα οίκου ανοχής με πολυτελή δωμάτια.
Η αγάπη σου να ‘ναι ήσυχη
όπως τα πρωινά που ξυπνάς
δίπλα σε σώμα ζεστό και φροντισμένο.
Mόνο να είναι βέβαιο πως αυτό που ζεις
το βάφτισες αγάπη.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Αντί μονολόγου


-Προσπαθω να σου εξηγησω πως δεν είναι ευκολο να αγνοησεις τις κινησεις ενός ανθρωπου που φανταστηκες ή τον εχεις δει μεσα από τα ματια καποιου αλλου ή που τον ειδες μια φορα τυχαια στον δρομο, χωρις να καταλαβεις εγκαιρα τουλαχιστον ότι είναι αυτος ο ιδιος, που δεν μπορεις να αγνοησεις τις κινησεις του.
-Μαλιστα. Και;
- Τι και; Αν δεν αγνοεις τις κινησεις του ξερεις τι συμβαινει;
-Ναι. Τους δινεις σημασια.
-Μονο στις κινησεις ή και σ’αυτόν τον ιδιο;
-Στις κινησεις. Τον ιδιο δεν τον ξερεις. Τον φοβασαι στον υπνο σου, σε γεμιζει αμφιβολιες όταν ξαπλώνεις διπλα στο άλλο σου –ας πουμε μισο- μετα από ένα βραδυ ανομολογητο. Προσεξες πως εκεινος εκλεινε τα ματια του όσο εσυ του εδινες το σωμα σου, και για ακομα μια φορα δεν μπορουσες να πεις με σιγουρια αν φανταζοταν κατι άλλο ή αν ειχε παραδοθει στο παθος της στιγμης.
- Και μετα;
- Τι και μετα; Μετα εχεις αμφιβολιες. Ψαχνεις να δωσεις σαρκα σ’αυτόν που φανταζεσαι. Αναρωτιεσαι πώς μυριζει, πώς φιλάει, πώς ακουγεται η φωνη του, αλλα το αγνοεις στη διαρκεια της μερας. Κρυφα μονο, δεν το παραδεχεσαι ποτε. Και τελικα καταληγεις να αμφισβητεις το παθος.
- Κι ο ερωτας;
- Τι σχεση εχει ο ερωτας με την φαντασια;
- Εγω όταν ερωτευομαι φανταζομαι. Φανταζομαι ακομα και τον τροπο που βαζει την οδοντοβουρτσα στο ποτηρι τα βραδια.
-Είναι σιγουρο ότι πλενει τα δοντια του τα βραδια;
- Φανταζομαι πως ναι.
- Ερωτευεσαι πως ναι. Κι ας μην.
-Ε καλα, και τι σημασια εχει αν πλενει τα δοντια του τα βραδια;
- Καμια απολυτως. Όση και το τι φανταζεται όταν κοιμαται μαζι σου. Ή το τι σκεφτεσαι εσυ εκεινη την ωρα.  Ή το αν ψαχνεις φωτογραφιες να μετρησεις παλιες στιγμες και να συγκρινεις ευτυχιες και δυστυχιες.
- Δεν το κανω αυτό. Εννοω δεν προσπαθω να συγκρινω.
-Μπορει να μην το κανεις. Ψαχνεις όμως.
-Κι εσυ ψαχνεις.
-Ναι, αλλα εγω συγκρινω. Και διαλεγω το καλυτερο.
-Και νομιζεις ότι η συγκριση είναι αντικειμενικη; Παντα θα φανταζεσαι ότι κατι είναι καλυτερο από κατι άλλο.
- Ναι, αλλα μπορει να το ερωτευτω. Αυτό το καλυτερο που φανταζομαι.
- Αρα κι εσυ φανταζεσαι ο,τι ερωτευεσαι.
-Όχι.  Ερωτευεσαι ο,τι φανταζεσαι.
-Εγω;
-Εγω.
-Και;
-Δεν εχει. Τραβα να φανταστεις.
- Κι εσυ να ερωτευτεις.
- Θα ευτυχησουμε λες;
- Θα ευτυχησουμε, λες.

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Ομως δεν.


Ελπιζω σε μερες που δεν πλησιαζουν
Και σε νυχτες που θα ‘θελα να φανταστω.
Δωσ’μου. Δωσε. Μην υποθετεις άλλο,
Παρε με.  Πνιξε με μες στο σκοταδι
Θελω να ζησω παλι.
Ερχομαι κι εσυ εχεις ηδη φυγει.
Ένα φιλι στο μετωπο, τα ματια σου ιδια
Μα εχεις φυγει.
Σε περιμενω παντα σε μια αδεια πλατεια
Με λαμπακια και γιρλαντες ξεθωριασμενες
-Ο κοσμος δεν γιορταζει άλλο, μ’ακους;-
Κι ελπιζω σε ένα κρυμμενο δακρυ,
Καποιο βραδυ που θα μ’ αφησεις τρυφερα
σε δροσερα σεντονια.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012



Ευλογημενη η ζωη που κυλαει μεσα μας και γυρω μας, ευλογημενοι κι εμεις που κυλαμε γυρω και μεσα στη ζωη. Να ζουμε αδερφια. Να ζουμε.

Θλιμμενη εκ γενετης, απροσεκτη εκ πεποιθησεως, ερωτευμενη κατ’ αναγκη με τη ζωη, στο λεω εγω, εγω που εμαθα λιγα ως τωρα κι ελπιζω παντα σε κατι, ρομαντικη χωρις αλλοθι. Οσο προχωραμε και τα ματια μας μπορουν και χαιδευουν γη και ουρανο, ειμαστε ολοκληροι και παντοδυναμοι.

Δεν γραφω, όχι, η ως τωρα εκθεση λαμβανει τελος. Να ξορκισουμε μονο, για να διωξουμε και να προϋπαντησουμε. Κι ο,τι δεν εχει θεση εδώ διπλα,μεσα στην χουφτα μας,  δρομο να παιρνει, τον δρομο του. Παραλληρηματικες αφηγησεις και εσωψυχα, και χαδια και δακρυα, και συγγνωμη ταλαιπωρημενα και εικονες που φωτιστηκαν με νεον επιγραφες, όλα να βρουν την θεση τους, ασ’τα να πανε τωρα.

Να κυλαμε εμεις γυρω και μεσα στη ζωη και η ζωη να κυλαει μεσα και γυρω μας. Αυτό μονο.