Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Μικρό αστικό ημερολόγιο από την ανάποδη...



Στην Πιε, που μου θύμισε και στους
υπόλοιπους που τους θυμάμαι...

Οι φίλοι μου μου στέλνουν ακόμα ραβασάκια την άνοιξη. Από εκείνα που πονάνε, που λένε «θυμάσαι;». Από εκείνα που όταν απαντάς «θυμάμαι», ξεδιπλώνεται μπροστά σου ένα σύμπαν…
Οι πρώτες φράουλες στο μπαλκόνι, μαζί με έναν κουβά παγωτό και τα πρώτα βερίκοκα, τα λικέρ και το κρασί σε άλλο μπαλκόνι, το παράθυρο που έμενε ανοιχτό μέχρι να πέσεις για ύπνο ξημερώματα και έφερνε τη μυρωδιά από φρεσκοψημένο ψωμί. Από εκείνα που θυμίζουν την πλακόστρωτη κατηφόρα με τα γιασεμιά και την πέτρινη εκκλησία και σε κάθε γωνιά να αλλάζει και ο ήχος και τα αρώματα.
Εκείνα τα ραβασάκια θυμίζουν τρεχάλες μέσα στα σπίτια και αγκαλιές τεράστιες και τηλέφωνα αργά μέσα στην νύχτα που δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο από ένα «να έρθω;» «έλα!»… Και οι βόλτες με φτηνό αλκοόλ και καφέ και το ατέλειωτο περπάτημα που σε έβγαζε πότε στην παραλία και πότε στα κάστρα να κοιτάς το χάος της πόλης που έσβηνε. Και τα άλλα βράδια που απλά δεν γινόταν να επιστρέψεις σπίτι γιατί η πόλη ήταν μια αγκαλιά και οι άνθρωπο όμορφοι, θεέ μου τόσο όμορφοι και οι φίλοι ομορφότεροι.
Και λείπουν αυτά και όλοι μοιραστήκαμε σε πόλεις που μοιάζουν οικείες από όταν ήμασταν παιδιά αλλά δεν είναι ακριβώς δικές μας. Και οι φίλοι μας έγιναν αραιά τηλέφωνα που πάντα ξεκινούν με ένα «πού είσαι; Σε έχασα…» και κλείνουν με ένα «μου λείπετε όλοι…» Και τα κενάκια αυτά τα μικρούλια δεν γεμίζουν γιατί στην πραγματικότητα ήταν όλη μας η ζωή. Όχι η πόλη, μα αυτή η τεράστια αγκαλιά που μας έδειξε να ζούμε κάτι παραπάνω.
Οι μέρες αυτές λοιπόν πάντα θα μυρίζουν άνοιξη και θα έχουν τα χρώματα από τα μαλλιά των ανθρώπων μας και άρωμα από τα σπίτια τους που ήταν πάντα ανοιχτά να μας χωράνε μέσα ξυπόλητους κι ευτυχισμένους. 

Γιατί κάπου συμβαίνει το ίδιο...
http://www.lifo.gr/lifoland/you-send-it/25066

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Η Μελένια


Γέμιζε την αγκαλιά της, τα χέρια και τα μαλλιά της με κρίνα διάφανα, φυτρώνανε πάνω της σαν απαλό χνούδι. Τα πότιζε, τα σκάλιζε, τα καλημέριζε κάθε πρωί με περισσή ανάσα κι έπειτα, ξαφνικά, έδινε μια με τα νύχια της, άλλη μια με τα δόντια της και τα έκοβε από πάνω της, τα ξερίζωνε, τα μαδούσε, να μην την ακουμπάνε, να μην τα μυρίζει. Έπειτα πλενόταν και έβγαινε από το σπίτι καθαρή και ματωμένη να συναντήσει καινούργιες μέρες.

Συνέχεια. Ξανά και ξανά. Πότε το δικαιολογούσε με ανασφάλειες και φόβους, πότε με την πορεία που όφειλε να πάρει στο ταξίδι της ζωής, πότε με επιλογές, πότε με ελευθερίες, πότε με δειλίες, πότε με ανάγκη. Έπαιρνε ένα τρένο κι έφευγε, αυτή η Μελένια, με τα κατάξανθα μαλλιά και τα κρίνα για δέρμα. Κάθε φορά κι άλλο τρένο. Κάθε φορά κι άλλοι συνεπιβάτες, άλλες λευκές σελίδες κι άλλο χρώμα μελάνι για να περιγράψει ό, τι της συνέβαινε, όταν περίμενε στους σταθμούς ή όταν ταξίδευε για τον νέο της προορισμό.

Αδιάφορη για όσα άφηνε πίσω, με μια μαγική ικανότητα να τα ξεχνάει όλα, να τους ξεχνάει όλους, λες και είχαν περάσει από τις μέρες της δανεικοί και ξένοι, σαν να μην πλάγιασε δίπλα τους, σαν να μην φίλησε τα χέρια τους, σαν να μην γέλασε και να μην έκλαψε μαζί τους, σαν να μην είδαν ποτέ μαζί τον ίδιο ουρανό. Αυτή, η Μελένια, με τα κρίνα για δέρμα και τα ρόδα στα χέρια.

Έφευγε. Πάντα έφευγε. Ποτέ δεν της έφτανε τίποτα. Ποτέ, κανείς. Μέχρι που ένα σούρουπο, στάθηκε να ανασάνει τα σύννεφα του ουρανού, που κατέβαιναν μέχρι την κοιλιά της. Είχαν κατέβει να την χαιρετήσουν στον καινούργιο της τόπο. Κι εκεί ήταν ακριβώς, που πήγε να ανασάνει βαθιά την καινούργια άνοιξη, και πνίγηκε. Στριμώχτηκε όλος ο αέρας στα πνευμόνια της και δεν έβγαινε. Αέρας παντού και ακίνητος. Ούτε προς τα μέσα, ούτε προς τα έξω. Κι εκεί ήταν που κατάλαβε, εκεί ήταν που μύρισε τα μέσα της, εκεί ήταν που είδε την καρδία της να χοροπηδάει κάπου πιο μακριά από την θέση της. Εκεί ήταν που η Μελένια, αυτή η Μελένια με την δανεική όρεξη και τον ντελικάτο φόβο των κρίνων, κατάλαβε πως ο τόπος αυτός ο τελευταίος την τρόμαζε, της καταλάγιαζε όλες τις επιθυμίες, της νάρκωνε τα όνειρα.

Κι ήταν εκεί που είδε ξανά μια αγκαλιά από μελάνι, καιρούς και τόπους πριν, να την παίρνει μέσα της και να γεμίζει τα στήθη της χρυσάφι, ήταν εκεί που τα λάθη της έστεκαν μέσα στα βρώμικα πλακάκια του δρόμου, που είδε πως οι φίλοι είχαν μείνει κάπου μακριά κι αδυνατούσε να δει ποιος ήταν μπροστά και ποιος πίσω, ήταν εκεί που είδε όλα τα χιλιόμετρα που έκανε κι όλα εκείνα που αρνήθηκε να κάνει από πείσμα και λύπη. Ήταν εκεί, ήταν τότε. Που όλα τα μακρινά ήταν μαλαματένια κι όλα τα κοντινά εφήμερα και ξένα. Ήταν εκεί, ήταν εδώ και τώρα, που ήξερε πως ο δρόμος με τα σύννεφα μπροστά της χωρούσε ένα κορμί να περπατάει μόνο, και πίσω της ήταν μια άδεια πλατεία με παλιές φωτογραφίες αντί για δέντρα.

Ήταν εκεί, ήταν εδώ, που είδε πως οι παλιές φωτογραφίες είναι θησαυρός κι όχι θηλιές στον λαιμό, ήταν τότε που όλα τα «όχι» και τα «μη» που είχε πει, ήταν εκείνα που κατέβαζαν τα σύννεφα πιο κάτω, σε κάθε καινούργιο τόπο. Κι άλλο δεν της είχε μείνει πια, από το να χωθεί στα σύννεφα και να ελπίζει πως αν φυσήξει με όλη της τη δύναμη, θα ξαναδώσει πνοή στα κρίνα της και θα διώξει τα σύννεφα, μήπως κι έτσι απαντήσει του ήλιου η φεγγαράδα. Αυτή, η Μελένια με την συννεφένια καρδία και τους κρινόσπορους στα δάχτυλα, έτοιμη να προσφέρει ό, τι είχε, για να αντικρύσει πάλι λίγο φως. 

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Νανούρισμα (σονέτο)


Θα μιλώ σιγανά, μην τυχόν και ταράξω
τα ονείρατα πάλι που έκανες χθες
σιγανά θα μιλώ, για να μη σου τρομάξω
τις μικρές σου, καθάριες ευχές

Νάνι αγάπη μου, χάδι θα φτιάξω
ένα αμάλγαμα απ’ άστρα και φως και νυχτιές.
Nάνι αγάπη μου, φίλντισι κι άγιο μύρο θα στάξω
να χαϊδέψει τα μάτια σου όταν θα κλαις.

Κοιμήσου αγάπη μου, η μέρα τέλειωσε
νάνι, ταξίδεψε στους ουρανούς
σε αλόγων επάνω τη σέλα, σε άγιους καιρούς

Κοιμήσου αγάπη μου κι όταν ξυπνήσεις…
το αύριο προσμένει να του τραγουδήσεις
κοιμήσου, λιοχάραχτος θα ‘ναι ο  μπλε ουρανός.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Λαθραίοι χειμώνες (σονέτο)


Μιας ανεμώνης μπλε το λυπηρό τραγούδι
Ποιος μες στη μέρα θα βρεθεί να τραγουδήσει
σαν  το μιλούν αυτοί που φως δεν έχουν ζήσει
σαν  το κεντούν ευχές  κι ενός διαβόλου μαθητούδι

Ποιος θα βρεθεί να πει γι’ αυτό το μπλε λουλούδι
που του χειμώνα το λευκό το ‘χει γλυκοφιλήσει
και του θανάτου τα χαρτιά τα έχει σκίσει
σαν φύτρωσε στα χώματα κρυφά το πρώτο χνούδι

Θα το μιλούν πλανόδιοι πωλητές στους δρόμους
που το χαρίζουνε μ’ αντάλλαγμα ένα κέρμα
σε κάποιο κόκκινο φανάρι με ανάλαφρους τους ώμους

Θα το πουλάει χέρι παιδικό, λαθραίο ξεπεταρούδι
σε μια γωνιά ξυπόλητη μπροστά σε μια βιτρίνα
μιας ανεμώνης μπλε το λυπηρό τραγούδι.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Σκουριά


«Κάπου θα πρέπει να έχω αφήσει την αθωότητά μου πίσω μου, κουρελιασμένη με τα ρούχα από τις κούκλες μου ή τα ψάθινα καπελάκια που φορούσα μικρή. Κάπου πρέπει να είναι η αθωότητα μου, κάπου στα παιχνίδια μου. Κάπου μέσα στα μάτια μου που κοιτούσαν με θαυμασμό τον ήλιο και τις πεταλούδες που τύχαινε να καθίσουν πάνω στα δάχτυλα μου.

Κάπου την ξέχασα. Και μ’ ακολουθούσε ξοπίσω, τόσον καιρό, κι εγώ έλεγα «δεν βαριέσαι… δεν φεύγει…»

Έφυγα εγώ… Έφυγα, μ’ ακούς; Χάθηκα. Χάθηκα σε φαντασίες, σε απώλειες που ήταν δώρα, σε ανόητες επιλογές, σε χαμένους χρόνους, σε δήθεν ευτυχίες, σε επίπλαστα θέλω και δανεικά μπορώ. Χάθηκα στους θαυμασμούς και στους καθρέφτες, στο «όλα τα μπορώ», στο κυνήγι αυτής της κατατρεγμένης ευτυχίας.»

-Ποια είναι η ευτυχία σου;
-Η ευτυχία μου είναι να είμαι αυτό ακριβώς που θέλω.
-Τι θες να είσαι;
-…
                                                                                ***
Σιωπή. Διαολεμένη σιωπή. Τι θες να είσαι; Τι θες; Πού πάτησες; Σε πόσες νύχτες; Σε πόσα κρυφά «σ’ αγαπώ»; Σε πόσες δανεικές ματιές; Σε πόσες χαμένες ελευθερίες σου; Πόσες φορές σε όρισαν οι άλλοι; Τις λάσπες στο κορμί σου, την σκουριά γιατί δεν την βλέπεις; Σ’ έπλεναν χέρια κι εσύ καρτερικά περίμενες να σε στεγνώσουν. Δεν στεγνώνεις μικρή μου, δεν στεγνώνεις.

Πού ξόδεψες τα θέλω σου; Ποια μάτια σε παρακάλεσαν σιωπηλά να μην τα πονέσεις, να φύγεις… Κι εσύ έμεινες… Έμεινες… Γιατί μπορούσες.

Τώρα δεν μπορείς. Δεν πρέπει. Και φεύγεις. Να σταματήσεις τον χαλασμό. Και το φευγιό δεν είναι κάθαρση, δεν είναι ευχή. Είναι πληγή και προσευχές ατέλειωτες και μάτια που καίνε. Κι ούτε νερό, ούτε γιορτές, ούτε παιχνίδια, ούτε ψάθινα καπέλα. Μόνο σκουριά στα χνάρια σου, να καμαρώνουν οι άνεμοι που όταν φυσάνε παίρνουν χρώμα. Κι η σκουριά μετά προσευχή και συγνώμη. Στους χαμένους ύπνους, στα μάτια που κοιτούν το χώμα και τον ουρανό. Μόνο χώμα κι ουρανό.

Κι ελπίδα… Λίγη ελπίδα, λίγη πίστη να την φαντάζεσαι στο τέλος της διαδρομής, εκεί στο ξέφωτο που μας έταξε εκείνη η όμορφη γυναίκα που την βάφτισαν ζωή. Και λίγα λουλούδια, λίγος ήλιος. Να τρέξει το νερό απ ‘την πηγή, να ξεπλύνει, να δώσει ζωή, να νικήσει τον πόνο, να νικήσει τον φόβο, να νικήσει το κακό, να νικήσει τα δάκρυα. Να μας ξεδιψάσει. Λίγο νερό, να τα πάρει όλα μαζί του…

Έχει ακόμη.

Συγνώμη. Και προσευχή. Κι ελπίδα.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013


Πώς μ’ αγριεύουν οι άνθρωποι αυτοί που όλο φοβούνται.
Πώς με λυπούν οι ερωτευμένοι που δεν σήκωσαν τα μάτια να κοιτάξουν τον αέρα.
Πώς με πονούν τα λόγια που δεν άκουσε ποτέ κανείς, παρά έμειναν μετέωρα στα φύλλα ενός δέντρου.
Πώς με τρομάζουν οι ευχές που δεν φώλιασαν στα χέρια μας.
Πώς μου σωπαίνουν την καρδιά οι στιγμές που αρνηθήκαμε για ένα «ίσως».
Πώς ντρέπομαι τα λόγια που έγραψα και απάντηση δεν πήραν.
Πώς έχτισα ελπίδες για όλα αυτά να ανατραπούν…
Πώς χάσαμε αδερφέ μου τις ελπίδες, όταν ανοίξαμε την πόρτα απ’ το κλουβί για να πετάξουν…