Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Μόνο αυτό...

Ο τρομος ειναι ο καλυτερος τροπος για να μιλας με τα εγω σου. Σε αφηνει μηδενισμενο, στο τερμα των αντοχων, με ελαχιστες θεωρητικες πιθανοτητες επιβιωσης. Πηγαζει απο το ιδιο το βαρβαρο το σωμα σου που τιναζεται σπασμωδικα, φυλακιζεται, επειτα ευνουχιζεται οικειοθελως και σταματαει να λειτουργει. Παρωδια εχω γινει, νιωθω μιση αντρας και μισος γυναικα. Η αριστερη μου μερια γινεται θυληκη και η δεξια μου αρσενικη και μετα ξανα αντιστροφα. Μερικες φορες νομιζω οτι ειμαι εσυ, και καποιες αλλες επιστρεφω στη δικη μου χαοτικη υποσταση.
Προχθες κρατουσα τη γλωσσα μου στα χερια μου να σου τη φερω δωρο. Μπορει να την ξεριζωσα ασυναισθητα για να ερθει να σου μιλησω. Να σου πω ποσο λυπαμαι. Ποσο με σιχαινομαι. Ποσο θελω να πιω ολη την Αμοργο που δεν πηγαμε ποτε. Και απαντηση δεν πηρα, μονο τρομαξα. Φωναξα και μετα μουδιασα. Και δεν ησουν πουθενα. Ωρες ωρες νομιζω οτι το σωμα μου με προειδοποιει για ολα αυτα που δεν ξερω αν θα αντεξω οταν ερθουν. Αλλιως δεν εξηγειται να σταματαει η καρδια μου και να φτανει στα ποδια μονη της. Και παλι τρομαξα. Ξανα.
Φοβαμαι τελευταια, δεν ξερω τι. Και λυπαμαι. Που ποτε δεν πηρες εκεινα που μου αξιζαν. Που δεν σου εδωσα οσα επρεπε να παρω. Στην κοιλια μου πια μπορει μονο να μεγαλωνει ενα τεραστιο δεντρο. Και να ριζωνει σαν ανθρωπος. Μονο αυτο μπορω να κανω. Μονο αυτο μπορω να γινω. Επρεπε να με εχει ρουφηξει η γη οταν γεννηθηκα και να γινω κατι αλλο. Οχι εγω, παντως. Αυτο ειναι σιγουρο.
Για την ωρα μπορω μονο να υπομενω τη μιζερη μου φυση και να σου ζηταω να μου ανοιξεις μια ομπρελα να κρυφτω απο τους φοβους μου και τους πονους σου. Α ναι. Και να γραφω ακατανοητες μουτζουρες που θυμιζουν κατι απο το τιποτα.
Αυτο μπορω.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Καθρεφτες

Καθρεφτες.Ηθελα να σπασω ολους τους καθρεφτες με τα χερια μου, να δω πως θα μυρισουν. Κι εβγαζαν μονο στεναγμους κι αληθειες. Αρωμα πουθενα. Οι καθρεφτες. Αιωνιοι,θαμποι και χαραγμενοι, καλογυαλισμενοι, δικοι μας. Διεκδικουν ανεπαρκειες και στρεβλωμενα βλεμματα, μουτζουρες στα ματια και κακοβαλμενες ψυχες.
Εγωπαθειες και ωραιοπαθειες μαζεμενες ολες εκει μεσα, σε ενα κομματι γυαλι. Μακιγιαρισμενα προσωπα και καλοφροντισμενες τριχες, μισανοιχτα στοματα και προβες, διαλογοι με τον ιδιο σου τον εαυτο κι εκεινον που πας να συναντησεις. Γκριματσες αστειες και κλαματα και διαπιστωσεις για τον ποιον τελικα βλεπεις απεναντι σου και φιλια με κραγιον το πρωι για να το δει καποιος αλλος και το τελευταιο κοιταγμα πριν φυγεις, λες και κατι θα επιβεβαιωσει ή θα αλλαξει αυτο που ηδη εισαι. Κι αλλες φορες κανενα βλεμμα, κανενα, μηνες ολοκληροι χωρις να εχεις δει πως εισαι, μοναχα βιαστικα να φευγεις, να φευγεις να προλαβεις, να προλαβεις... Τι; Ισως εκεινα που χρωστας στη ζωη σου να ζησεις μα τελικα δεν ζεις. Μεχρι που δινεις μια και σπας τα ειδωλα σου, ολα τα ειδωλα που σε κοιταζουν παγωμενα, εκεινες τις αγαπημενες μικροπρεπειες που τρεφουν χρονια οι καλοφροντισμενοι φιλοι του αντικατοπτρισμου σου. Δινεις μια και σπας την εικονα και νιωθεις ελευθερος, ελευθερος οπως ποτε, με το αιμα να τρεχει απο τις παλαμες σου, με μια σιγουρια πρωτογνωρη, που τελικα μυριζει λιγο απο σενα. Τη σιγουρια εκεινη που φτανει να γλυψεις τις πληγες, να σηκωθεις και να αποφασισεις να ζησεις. Να ζησεις αλλου. Εδω. Εκει. Πισω απο τον σπασμενο καθρεφτη. Με σενα. Ξανα.