Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Λαθραίοι χειμώνες (σονέτο)


Μιας ανεμώνης μπλε το λυπηρό τραγούδι
Ποιος μες στη μέρα θα βρεθεί να τραγουδήσει
σαν  το μιλούν αυτοί που φως δεν έχουν ζήσει
σαν  το κεντούν ευχές  κι ενός διαβόλου μαθητούδι

Ποιος θα βρεθεί να πει γι’ αυτό το μπλε λουλούδι
που του χειμώνα το λευκό το ‘χει γλυκοφιλήσει
και του θανάτου τα χαρτιά τα έχει σκίσει
σαν φύτρωσε στα χώματα κρυφά το πρώτο χνούδι

Θα το μιλούν πλανόδιοι πωλητές στους δρόμους
που το χαρίζουνε μ’ αντάλλαγμα ένα κέρμα
σε κάποιο κόκκινο φανάρι με ανάλαφρους τους ώμους

Θα το πουλάει χέρι παιδικό, λαθραίο ξεπεταρούδι
σε μια γωνιά ξυπόλητη μπροστά σε μια βιτρίνα
μιας ανεμώνης μπλε το λυπηρό τραγούδι.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Σκουριά


«Κάπου θα πρέπει να έχω αφήσει την αθωότητά μου πίσω μου, κουρελιασμένη με τα ρούχα από τις κούκλες μου ή τα ψάθινα καπελάκια που φορούσα μικρή. Κάπου πρέπει να είναι η αθωότητα μου, κάπου στα παιχνίδια μου. Κάπου μέσα στα μάτια μου που κοιτούσαν με θαυμασμό τον ήλιο και τις πεταλούδες που τύχαινε να καθίσουν πάνω στα δάχτυλα μου.

Κάπου την ξέχασα. Και μ’ ακολουθούσε ξοπίσω, τόσον καιρό, κι εγώ έλεγα «δεν βαριέσαι… δεν φεύγει…»

Έφυγα εγώ… Έφυγα, μ’ ακούς; Χάθηκα. Χάθηκα σε φαντασίες, σε απώλειες που ήταν δώρα, σε ανόητες επιλογές, σε χαμένους χρόνους, σε δήθεν ευτυχίες, σε επίπλαστα θέλω και δανεικά μπορώ. Χάθηκα στους θαυμασμούς και στους καθρέφτες, στο «όλα τα μπορώ», στο κυνήγι αυτής της κατατρεγμένης ευτυχίας.»

-Ποια είναι η ευτυχία σου;
-Η ευτυχία μου είναι να είμαι αυτό ακριβώς που θέλω.
-Τι θες να είσαι;
-…
                                                                                ***
Σιωπή. Διαολεμένη σιωπή. Τι θες να είσαι; Τι θες; Πού πάτησες; Σε πόσες νύχτες; Σε πόσα κρυφά «σ’ αγαπώ»; Σε πόσες δανεικές ματιές; Σε πόσες χαμένες ελευθερίες σου; Πόσες φορές σε όρισαν οι άλλοι; Τις λάσπες στο κορμί σου, την σκουριά γιατί δεν την βλέπεις; Σ’ έπλεναν χέρια κι εσύ καρτερικά περίμενες να σε στεγνώσουν. Δεν στεγνώνεις μικρή μου, δεν στεγνώνεις.

Πού ξόδεψες τα θέλω σου; Ποια μάτια σε παρακάλεσαν σιωπηλά να μην τα πονέσεις, να φύγεις… Κι εσύ έμεινες… Έμεινες… Γιατί μπορούσες.

Τώρα δεν μπορείς. Δεν πρέπει. Και φεύγεις. Να σταματήσεις τον χαλασμό. Και το φευγιό δεν είναι κάθαρση, δεν είναι ευχή. Είναι πληγή και προσευχές ατέλειωτες και μάτια που καίνε. Κι ούτε νερό, ούτε γιορτές, ούτε παιχνίδια, ούτε ψάθινα καπέλα. Μόνο σκουριά στα χνάρια σου, να καμαρώνουν οι άνεμοι που όταν φυσάνε παίρνουν χρώμα. Κι η σκουριά μετά προσευχή και συγνώμη. Στους χαμένους ύπνους, στα μάτια που κοιτούν το χώμα και τον ουρανό. Μόνο χώμα κι ουρανό.

Κι ελπίδα… Λίγη ελπίδα, λίγη πίστη να την φαντάζεσαι στο τέλος της διαδρομής, εκεί στο ξέφωτο που μας έταξε εκείνη η όμορφη γυναίκα που την βάφτισαν ζωή. Και λίγα λουλούδια, λίγος ήλιος. Να τρέξει το νερό απ ‘την πηγή, να ξεπλύνει, να δώσει ζωή, να νικήσει τον πόνο, να νικήσει τον φόβο, να νικήσει το κακό, να νικήσει τα δάκρυα. Να μας ξεδιψάσει. Λίγο νερό, να τα πάρει όλα μαζί του…

Έχει ακόμη.

Συγνώμη. Και προσευχή. Κι ελπίδα.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013


Πώς μ’ αγριεύουν οι άνθρωποι αυτοί που όλο φοβούνται.
Πώς με λυπούν οι ερωτευμένοι που δεν σήκωσαν τα μάτια να κοιτάξουν τον αέρα.
Πώς με πονούν τα λόγια που δεν άκουσε ποτέ κανείς, παρά έμειναν μετέωρα στα φύλλα ενός δέντρου.
Πώς με τρομάζουν οι ευχές που δεν φώλιασαν στα χέρια μας.
Πώς μου σωπαίνουν την καρδιά οι στιγμές που αρνηθήκαμε για ένα «ίσως».
Πώς ντρέπομαι τα λόγια που έγραψα και απάντηση δεν πήραν.
Πώς έχτισα ελπίδες για όλα αυτά να ανατραπούν…
Πώς χάσαμε αδερφέ μου τις ελπίδες, όταν ανοίξαμε την πόρτα απ’ το κλουβί για να πετάξουν…