Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ομπρελες με ευχες χαραγμενες, κεντημενες με σταγονες της βροχης που ακομα δεν την αγγιξαν, πεφταστερια, ανασες, υφασματα αερινα, κοκκινα φωτα, βιβλια, λεξεις, υποσχεσεις, ευχες κι ελπιδες κι αεροπλανα, αεροστατα, αλκοολ και καπνος να θυμιζει κατι απο το πριν, να στολιζει με πεθυμια το πριν και το τωρα. Τα αρωματα, εκεινα τα αρωματα που ποτε δεν ξεχνας, και τα βλεμματα, τα χιλιοφιλημενα ματια, η αγκαλια εκεινη μα κι ακομα μια, ισως μια τριτη, που νομιζεις πως τις θες μα τελικα ολα ειναι ψευδαισθηση, εκτος απο εκεινη την αναγκη την απολυτη. Εκεινο το κουτι το μαγικο, παρατημενο πισω, να θαψει ολα οσα εφυγαν και περασαν, τα στορια μισοκλειστα και το σκοταδι να γεννιεται απο τα κορμια ενω το φως απο τα ματια. Μονολογοι ατελειωτοι, λογια ξεχασμενα, αγαπες νεκρες, ερωτες ξοφλημενοι απ' τον καιρο, χαδια αλλιωτικα, ανθρωποι στην αναμονη και στη συνηθεια, στην επιστροφη.
Στοπ.
Τα σκυλια σταματησαν να κυνηγανε τον ενα και μονο λαθρεπιβατη του μυαλου μου, το χωμα νοτισμενο, αρωμα φυστικιας, χρωμα μωβ-πορτοκαλι.
Στοπ ξανα.
Επομενη σταση αγνωστη, παρακαλω κατεβειτε, μελλον αδιορατο, καρδια ασταματητη, κεφαλι που εκρηγνυται, χερια που τρεμουν, δακρυα πνιγμενα βαθια μεσα στα ματια, λογια λιγοτερα, το παραλληρημα λαμβανει τελος, η Ζωη περιμενει στη γωνια τη Μυρτω να την αποχαιρετησει, ωρα για αλλου αδερφια, αφηστε τα χερια.
Στοπ.
Η γραφη λυτρωνει, τα ονειρα ξοδευονται, οι φλεβες κομματιαζονται απο πεφταστερια, μια λιμνη καπου περιμενει -δεν ξερει τι- κι ενας ωκεανος ατενιζει τη λιμνη.
Οταν γυρισω θα φερω μαζι μου θησαυρο, θα βρισκεται τυχαια στα απωλεσθεντα.
Παρακαλω, οποιος τον βρει ας μην τον κρατησει.
Στοπ.
Παω τωρα να φυγω, ειναι ωρα πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: